Γράφει ο Σάββας Παναγιωτίδης
Ένας απρόβλεπτος λογαριασμός, μια αναγκαία επισκευή ή μια αύξηση στο ενοίκιο αρκούν πλέον για να ανατρέψουν τον μηνιαίο προϋπολογισμό πολλών ελληνικών οικογενειών. Τα χρήματα εξαντλούνται στις βασικές υποχρεώσεις και η δυνατότητα αποταμίευσης απομακρύνεται ολοένα περισσότερο.
Αυτή την οικονομική ασφυξία αποτυπώνει η τελευταία έρευνα του ΙΟΒΕ, αποκαλύπτοντας πόσο απέχει η εικόνα της ελληνικής οικονομίας από τις πραγματικές δυνατότητες των νοικοκυριών.
Την ώρα που οι επίσημες προβλέψεις εξακολουθούν να καταγράφουν αύξηση του ΑΕΠ, όλο και περισσότεροι πολίτες δηλώνουν ότι δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στις καθημερινές τους ανάγκες. Και η απόσταση ανάμεσα στους δύο κόσμους μεγαλώνει.
Ο μήνας βγαίνει με το ζόρι για τους περισσότερους
Σύμφωνα με την έρευνα οικονομικής συγκυρίας του ΙΟΒΕ για τον Οκτώβριο του 2026, το 63% των καταναλωτών δηλώνει ότι «μόλις τα βγάζει πέρα», έναντι 58% τον Σεπτέμβριο. Μέσα σε έναν μήνα, το ποσοστό αυξήθηκε κατά πέντε ποσοστιαίες μονάδες.
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η εικόνα της αποταμίευσης. Το 85% των νοικοκυριών θεωρεί απίθανο να μπορέσει να αποταμιεύσει χρήματα μέσα στους επόμενους δώδεκα μήνες. Παράλληλα, το 11% δηλώνει ότι χρησιμοποιεί τις υπάρχουσες αποταμιεύσεις του για να καλύψει τις τρέχουσες ανάγκες, ενώ το 5% αναφέρει ότι έχει χρεωθεί.
Τα στοιχεία αυτά δεν σημαίνουν ότι το 63% ζει κάτω από το όριο της φτώχειας. Δείχνουν όμως πόσο περιορισμένα είναι τα οικονομικά περιθώρια ενός μεγάλου μέρους της κοινωνίας.
Και όταν ένα νοικοκυριό δεν μπορεί να αποταμιεύσει, οποιαδήποτε έκτακτη ανάγκη κινδυνεύει να μετατραπεί σε οικονομικό αδιέξοδο.
Η πιο απαισιόδοξη χώρα στην Ευρώπη
Η Ελλάδα καταγράφει τη χαμηλότερη καταναλωτική εμπιστοσύνη σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ο σχετικός δείκτης υποχώρησε στις -48,9 μονάδες τον Οκτώβριο, από -41,6 τον προηγούμενο μήνα. Στην ΕΕ ο μέσος όρος βρίσκεται στις -17,3 μονάδες.
Η απόσταση είναι τεράστια και δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στη διεθνή ακρίβεια, αφού και οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές οικονομίες αντιμετωπίζουν αυξημένες πιέσεις.
Το 68% των Ελλήνων καταναλωτών δηλώνει ότι η οικονομική του κατάσταση επιδεινώθηκε τον τελευταίο χρόνο. Για το επόμενο δωδεκάμηνο, το 63% περιμένει νέα επιδείνωση, ενώ επτά στους δέκα προβλέπουν χειροτέρευση της συνολικής οικονομικής κατάστασης της χώρας.
Αυτή η απαισιοδοξία έχει πρακτικές συνέπειες. Περισσότεροι από τους μισούς καταναλωτές σκοπεύουν να περιορίσουν τις σημαντικές αγορές τους, αναβάλλοντας δαπάνες ακόμη και για βασικό οικιακό εξοπλισμό.

Η στέγαση απορροφά το εισόδημα
Το πρόβλημα γίνεται εντονότερο όταν εξετάσει κανείς τη στέγαση.
Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat για το 2025, το 26,4% του πληθυσμού στην Ελλάδα επιβαρύνεται υπέρμετρα από το κόστος κατοικίας, διαθέτοντας περισσότερο από το 40% του εισοδήματός του για στεγαστικές δαπάνες. Ο αντίστοιχος μέσος όρος στην ΕΕ είναι μόλις 7,7%.
Το ενοίκιο, οι λογαριασμοί και τα υπόλοιπα έξοδα κατοικίας απορροφούν μεγάλο μέρος των διαθέσιμων χρημάτων, περιορίζοντας όσα απομένουν για διατροφή, μετακινήσεις, υγεία και προσωπικές ανάγκες.
Δεν προκαλεί λοιπόν έκπληξη ότι, σύμφωνα με το ΙΟΒΕ, μόλις το 1,5% των νοικοκυριών θεωρεί πιθανό να αγοράσει ή να κατασκευάσει κατοικία μέσα στον επόμενο χρόνο.
Για πολλούς, η ιδιοκατοίκηση απομακρύνεται ως προοπτική, την ώρα που ακόμη και η διατήρηση της σημερινής κατοικίας απαιτεί ολοένα μεγαλύτερο οικονομικό βάρος.
Ανάπτυξη για ποιον;
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει ανάπτυξη 1,8% για την ελληνική οικονομία το 2026, αλλά και πληθωρισμό 3,7%, επισημαίνοντας ότι οι αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας περιορίζουν το πραγματικό εισόδημα των νοικοκυριών.
Η οικονομία μπορεί επομένως να αναπτύσσεται, χωρίς η βελτίωση αυτή να γίνεται αισθητή με τον ίδιο τρόπο σε όλους.
Η αύξηση του ΑΕΠ δεν απαντά από μόνη της στο πόσα χρήματα απομένουν μετά την πληρωμή του ενοικίου ούτε στο αν ένας μισθός επαρκεί για μια αξιοπρεπή ζωή.
Αυτή είναι και η ουσιαστική αδυναμία της κυβερνητικής αφήγησης περί οικονομικής επιτυχίας. Οι θετικοί μακροοικονομικοί δείκτες δεν αρκούν για να περιγράψουν την κατάσταση των ανθρώπων που συνεχίζουν να περιορίζουν τις ανάγκες τους για να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους.
Η αντιμετώπιση της ακρίβειας, η πρόσβαση σε προσιτή κατοικία και η ουσιαστική ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως δευτερεύοντα ζητήματα.
Γιατί μια οικονομία δεν μπορεί να αξιολογείται μόνο από το πόσο μεγαλώνει, αλλά και από το ποιοι ωφελούνται από αυτή την ανάπτυξη.
Και όσο η πλειονότητα των νοικοκυριών αντιμετωπίζει τον επόμενο μήνα ως μια νέα οικονομική δοκιμασία, η απόσταση ανάμεσα στην επίσημη εικόνα της ευημερίας και στην καθημερινή ζωή θα παραμένει το πιο ουσιαστικό πρόβλημα.







