BIG PICTURE

Η Ελλάδα της ανάπτυξης που δεν μπορεί να πληρώσει το ενοίκιο

Τρεις χάρτινες αγγελίες με την ένδειξη «ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ» κολλημένες σε κολόνα, μπροστά από μεταλλική περίφραξη και κατοικίες.

Οι νέοι φεύγουν από το πατρικό σχεδόν στα 31 και οι εργαζόμενοι δυσκολεύονται να βρουν σπίτι που να αντέχει ο μισθός τους. Πίσω από τις κυβερνητικές εξαγγελίες, η στεγαστική κρίση εξακολουθεί να καθορίζει τις ζωές τους.

Στους κυβερνητικούς απολογισμούς, η άνοδος της αξίας των ακινήτων αποτελεί ένδειξη οικονομικής επιτυχίας. Στην καθημερινότητα των εργαζομένων, όμως, μεταφράζεται σε ενοίκια που καταπίνουν τους μισθούς και σε σπίτια που γίνονται απρόσιτα. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη περιγράφει μια χώρα που ευημερεί, αποφεύγοντας να σταθεί στην πιο ενοχλητική αντίφαση: όλο και περισσότεροι άνθρωποι δυσκολεύονται να καλύψουν μια από τις στοιχειωδέστερες ανάγκες τους.

Τα στοιχεία του ΙΟΒΕ είναι αποκαλυπτικά. Το 2025, οι στεγαστικές δαπάνες απορροφούσαν στην Ελλάδα το 34,6% του διαθέσιμου εισοδήματος, έναντι 18,9% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η χώρα καταγράφει τη μεγαλύτερη στεγαστική επιβάρυνση στην ΕΕ, την ώρα που η κυβέρνηση εξακολουθεί να παρουσιάζει την πορεία της οικονομίας ως απόδειξη βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου.

Η ευημερία των ακινήτων, η ασφυξία των νοικοκυριών

Σύμφωνα με τη Eurostat, το 26,4% του πληθυσμού διέθετε το 2025 τουλάχιστον το 40% του εισοδήματός του για στέγαση, έναντι 7,7% στην ΕΕ. Στο κόστος περιλαμβάνονται και οι λογαριασμοί ενέργειας και οι δαπάνες συντήρησης. Περισσότεροι από ένας στους τέσσερις κατοίκους της χώρας επιβαρύνονται υπερβολικά μόνο και μόνο για να έχουν ένα σπίτι.

Την ίδια χρονιά, οι τιμές των διαμερισμάτων αυξήθηκαν κατά 8,3%, σύμφωνα με τα αναθεωρημένα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος. Για όσους διαθέτουν ακίνητη περιουσία, η άνοδος δημιουργεί υπεραξίες. Για όσους ζουν από τον μισθό τους, μεγαλώνει την απόσταση από την απόκτηση κατοικίας.

Η στεγαστική κρίση δεν αφορά πια μόνο τους οικονομικά ασθενέστερους. Πλήττει εργαζομένους με σταθερή απασχόληση και νέους που αναβάλλουν την ανεξαρτητοποίησή τους. Δεν είναι τυχαίο ότι οι Έλληνες εγκαταλείπουν το πατρικό τους κατά μέσο όρο στα 30,9 χρόνια, έναντι 26,3 στην ΕΕ. Η στέγη έχει μετατραπεί σε εμπόδιο ακόμη και για τον στοιχειώδη σχεδιασμό μιας ζωής.

Δύο εκατομμύρια σπίτια εκτός κατοίκησης

Η απογραφή του 2021 κατέγραψε περίπου 2,28 εκατομμύρια μη κατοικούμενες κατοικίες, το 34,5% του συνολικού αποθέματος. Δεν είναι όλες διαθέσιμες: πολλές χρησιμοποιούνται εποχικά, άλλες χρειάζονται ανακαίνιση ή αντιμετωπίζουν νομικές εκκρεμότητες. Ωστόσο, όπως επισημαίνει και το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, η αξιοποίηση των υφιστάμενων κατοικιών αποτελεί κρίσιμο μέρος της λύσης.

Την ίδια ώρα, η Golden Visa ενίσχυσε την επενδυτική ζήτηση, ενώ η βραχυχρόνια μίσθωση περιόρισε τη διαθεσιμότητα κατοικιών, ιδιαίτερα σε τουριστικές περιοχές. Δεν εξηγούν από μόνες τους την κρίση, αλλά συνέβαλαν στην πίεση μιας ήδη στρεβλής αγοράς. Οι μεταγενέστεροι κυβερνητικοί περιορισμοί δεν αναιρούν τις συνέπειες.

Το βασικό πρόβλημα παραμένει: η κατοικία αποτιμάται ολοένα περισσότερο ως επένδυση και ολοένα λιγότερο ως κοινωνική ανάγκη.

Η πολιτική των επιδομάτων και ο λογαριασμός της αγοράς

Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, η κυβέρνηση αντιπαραθέτει το «Σπίτι μου ΙΙ», το «Ανακαινίζω – Νοικιάζω» και την ετήσια επιστροφή ενοικίου. Πρόκειται για παρεμβάσεις που βοηθούν δικαιούχους, χωρίς ωστόσο να ανατρέπουν τον μηχανισμό που τροφοδοτεί την ακρίβεια.

Ένα επιστρεφόμενο ενοίκιο δεν συγκρατεί τα υπόλοιπα έντεκα. Και η επιδότηση στεγαστικών δανείων, όταν δεν συνοδεύεται από επαρκή αύξηση της προσφοράς, κινδυνεύει να ενισχύσει τη ζήτηση και να μεταφέρει μέρος του οφέλους στις τιμές πώλησης.

Η κυβέρνηση επικαλείται πλέον Εθνική Στρατηγική Στεγαστικής Πολιτικής 2026–2035, με 50 μέτρα και προϋπολογισμό άνω των 6,5 δισ. ευρώ. Από αυτά, όμως, τα 36 περιλαμβάνονταν ήδη στον κυβερνητικό σχεδιασμό και μόλις 14 παρουσιάστηκαν ως νέες παρεμβάσεις.

Στις 29 Οκτωβρίου άνοιξε επίσης η πλατφόρμα νέου προγράμματος ανακαίνισης, ύψους 500 εκατ. ευρώ, με στόχο την επαναφορά κατοικιών σε χρήση. Το πραγματικό του αποτέλεσμα θα κριθεί από τα σπίτια που θα διατεθούν, όχι από τον προϋπολογισμό που ανακοινώθηκε.

Η κοινωνική κατοικία που ακόμη αναζητείται

Η Ελλάδα κουβαλά ένα διαχρονικό έλλειμμα κοινωνικής κατοικίας. Ο σχεδιασμός προβλέπει την κατασκευή 2.350 νέων κοινωνικών κατοικιών, καθώς και αξιοποίηση δημόσιας περιουσίας μέσω κοινωνικής αντιπαροχής. Το ζήτημα είναι πότε θα παραδοθούν, με ποιους όρους και σε ποιους θα απευθύνονται.

Η στεγαστική πολιτική δεν μπορεί να εξαντλείται σε επιδοτήσεις που ακολουθούν τις ανατιμήσεις. Απαιτεί ουσιαστική αύξηση της προσφοράς, κοινωνική κατοικία και μακροχρόνιες μισθώσεις σε τιμές συμβατές με τα πραγματικά εισοδήματα.

Η κυβέρνηση μετρά την επιτυχία της σε επενδύσεις, αυξήσεις αξιών και δισεκατομμύρια εξαγγελιών. Οι πολίτες, όμως, τη μετρούν διαφορετικά: στο εισόδημα που απομένει μετά το ενοίκιο, στη δυνατότητα να φύγουν από το πατρικό τους, στην προοπτική να στεγάσουν μια οικογένεια.

Μια οικονομία στην οποία τα ακίνητα αποκτούν διαρκώς μεγαλύτερη αξία, αλλά οι άνθρωποι δυσκολεύονται να κατοικήσουν σε αυτά, δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως success story.

Κοινοποίηση:

Εγγραφείτε στο Newsletter