BRAINFOOD

“Πίσω από τις λέξεις” του Βαγγέλη Βενιζέλου – Η παρέμβαση- Οι αντιδράσεις και η επόμενη μέρα.

Η δημόσια επιδοκιμασία του Ευάγγελου Βενιζέλου για την παρέμβαση του Κυριάκου Μητσοτάκη στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ επαναφέρει μια παλιά συζήτηση στο εσωτερικό της δημοκρατικής παράταξης. Πίσω από τη θεσμική επιχειρηματολογία του πρώην προέδρου του ΠΑΣΟΚ αναδεικνύεται ένα ευρύτερο πολιτικό ζήτημα: η σχέση της παράταξης με τη Νέα Δημοκρατία και τα όρια της συναίνεσης με τον ιστορικό πολιτικό της αντίπαλο.

Γράφει ο Άγγελος Γαβρής

Η δημόσια επιδοκιμασία του Ευάγγελου Βενιζέλου για την παρέμβαση του Κυριάκου Μητσοτάκη στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ επαναφέρει μια παλιά συζήτηση στο εσωτερικό της δημοκρατικής παράταξης. Πίσω από τη θεσμική επιχειρηματολογία του πρώην προέδρου του ΠΑΣΟΚ αναδεικνύεται ένα ευρύτερο πολιτικό ζήτημα: η σχέση της παράταξης με τη Νέα Δημοκρατία και τα όρια της συναίνεσης με τον ιστορικό πολιτικό της αντίπαλο.

Η παρέμβαση Βενιζέλου αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον επειδή συμπίπτει με μια περίοδο κατά την οποία το ΠΑΣΟΚ επιδιώκει να ενισχύσει τη διακριτή πολιτική του παρουσία απέναντι στην κυβέρνηση. Η κριτική της Χαριλάου Τρικούπη για τους χειρισμούς στα ελληνοτουρκικά εστιάζει στις πραγματικές διπλωματικές εξελίξεις, στο τουρκολιβυκό μνημόνιο και στις εκκρεμότητες της ηλεκτρικής διασύνδεσης Κρήτης – Κύπρου.

Ο Βενιζέλος, αντίθετα, επέλεξε να αναγνωρίσει δημοσίως τη σημασία της παρέμβασης Μητσοτάκη στον ΟΗΕ, υπογραμμίζοντας ότι ο εκάστοτε πρωθυπουργός εκπροσωπεί τη χώρα και όχι αποκλειστικά την πολιτική του παράταξη. Η θέση αυτή έχει θεσμικό περιεχόμενο. Δεν παύει, ωστόσο, να αποκτά πρόσθετο πολιτικό συμβολισμό εξαιτίας της ιστορικής διαδρομής εκείνου που τη διατυπώνει.

Από την αποχώρηση Παπανδρέου στη συγκυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου

Ο Ευάγγελος Βενιζέλος δεν είναι ένας συνηθισμένος πρώην υπουργός που σχολιάζει την επικαιρότητα. Υπήρξε πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, κορυφαίο στέλεχος της εκσυγχρονιστικής του πτέρυγας και πρωταγωνιστής μιας περιόδου που άλλαξε βαθιά τις πολιτικές ισορροπίες της παράταξης.

Το 2011, ο Γιώργος Α. Παπανδρέου, ο οποίος είχε αναδειχθεί πρωθυπουργός με αυτοδύναμη κοινοβουλευτική πλειοψηφία το 2009, αποχώρησε από την πρωθυπουργία μέσα σε συνθήκες οικονομικής κρίσης, έντονων πιέσεων και εσωκομματικών διεργασιών. Λίγους μήνες αργότερα, ο Βενιζέλος εξελέγη πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ.

Για ένα τμήμα της ιστορικής βάσης της παράταξης, η περίοδος εκείνη συνδέθηκε με την πολιτική ανατροπή της ηγεσίας Παπανδρέου και την αλλαγή του προσανατολισμού του κόμματος. Η ερμηνεία αυτή παραμένει αντικείμενο πολιτικής αντιπαράθεσης και δεν αρκεί από μόνη της για να αποδώσει προσωπική ευθύνη στον Βενιζέλο για την πτώση της κυβέρνησης.

Η συνέχεια, πάντως, είναι καταγεγραμμένη. Υπό την προεδρία του, το ΠΑΣΟΚ συμμετείχε στην κυβέρνηση συνεργασίας με τη Νέα Δημοκρατία του Αντώνη Σαμαρά, με τον ίδιο να αναλαμβάνει το 2013 την αντιπροεδρία της κυβέρνησης και το υπουργείο Εξωτερικών.

Η συνεργασία εκείνη υποστηρίχθηκε ως αναγκαία επιλογή για τη διαχείριση της κρίσης. Παράλληλα, δέχθηκε έντονη κριτική για τις πολιτικές και κοινωνικές της συνέπειες, αλλά και για τη δυσκολία του ΠΑΣΟΚ να διατηρήσει μια ευδιάκριτη ταυτότητα απέναντι στη Νέα Δημοκρατία.

Αυτό είναι το ιστορικό υπόβαθρο που συνοδεύει και τη σημερινή παρέμβαση Βενιζέλου. Η συναίνεση με τη ΝΔ δεν υπήρξε για τον ίδιο μόνο μια θεωρητική δυνατότητα, αλλά συγκεκριμένη κυβερνητική επιλογή.

Η Προεδρία της Δημοκρατίας και η μεταβαλλόμενη σχέση με τον Μητσοτάκη

Το όνομα του πρώην προέδρου του ΠΑΣΟΚ είχε συζητηθεί κατά καιρούς για την Προεδρία της Δημοκρατίας, ως πιθανή επιλογή που θα μπορούσε να εξασφαλίσει ευρύτερη κοινοβουλευτική συναίνεση.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν προχώρησε στην πρότασή του. Στο διάστημα που ακολούθησε, ο Βενιζέλος ανέπτυξε έντονη κριτική απέναντι στην κυβέρνηση, κυρίως σε ζητήματα θεσμικής λειτουργίας, κράτους δικαίου και συνταγματικής τάξης.

Η χρονική αλληλουχία έχει πολιτικό ενδιαφέρον, αλλά δεν αποδεικνύει ότι η κριτική του υπαγορεύθηκε από προσωπική δυσαρέσκεια για τη μη επιλογή του. Οι παρεμβάσεις του πρέπει να αξιολογούνται με βάση το περιεχόμενό τους, ιδίως όταν αφορούν συνταγματικά ζητήματα στα οποία διαθέτει αναγνωρισμένη επιστημονική εξειδίκευση.

Εκείνο που αναδεικνύεται είναι η δυνατότητα του Βενιζέλου να κινείται με πολιτική αυτονομία, ασκώντας αυστηρή κριτική στην κυβέρνηση σε ορισμένα πεδία και αναγνωρίζοντας συγκεκριμένους χειρισμούς της σε άλλα.

Η θεσμική συναίνεση και η δεύτερη ανάγνωση της παρέμβασης

Στην τοποθέτησή του για τον ΟΗΕ, ο Ευάγγελος Βενιζέλος χαρακτήρισε σημαντική την παρουσίαση των ελληνικών θέσεων για το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Υποστήριξε, επίσης, ότι η εκπροσώπηση της χώρας σε ένα κορυφαίο διεθνές όργανο απαιτεί στήριξη ανεξαρτήτως της κομματικής προέλευσης του πρωθυπουργού.

Παράλληλα, δεν παρέλειψε να επισημάνει ότι η παρουσία του Κυριάκου Μητσοτάκη στο Συμβούλιο Ασφαλείας δεν ισοδυναμούσε με επίσημη ελληνική προσφυγή ούτε συνοδεύτηκε από αίτημα έκδοσης ψηφίσματος. Υπογράμμισε ακόμη ότι οι αμυντικές συνεργασίες και οι εξοπλισμοί δεν μπορούν να υποκαταστήσουν μια ολοκληρωμένη διπλωματική στρατηγική.

Επομένως, η παρέμβασή του δεν συνιστά συνολική επιδοκιμασία της εξωτερικής πολιτικής της κυβέρνησης. Εκείνο που προκαλεί πολιτική συζήτηση είναι η δημόσια προτεραιότητα που έδωσε στη συναίνεση, σε μια περίοδο κατά την οποία το ΠΑΣΟΚ επιδιώκει να καταδείξει τις κυβερνητικές αστοχίες.

Σε αυτή τη συγκυρία, η στάση του πρώην προέδρου επαναφέρει τη συζήτηση για το κατά πόσο η επίκληση της εθνικής υπευθυνότητας μπορεί να διαχωριστεί πλήρως από τη διαμόρφωση ευρύτερων πολιτικών συναινέσεων.

Η γραμμή Δούκα και το συνεδριακό «όχι» στη συγκυβέρνηση με τη ΝΔ

Η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία εξαιτίας μιας συγκεκριμένης πολιτικής απόφασης του ΠΑΣΟΚ. Στο πρόσφατο συνέδριο του κόμματος, η θέση για καμία μετεκλογική συγκυβέρνηση με τη Νέα Δημοκρατία αποτέλεσε αντικείμενο ουσιαστικής πολιτικής αντιπαράθεσης.

Ο δήμαρχος Αθηναίων Χάρης Δούκας είχε αναδείξει με σαφήνεια την ανάγκη η θέση αυτή να αποκτήσει ρητή συνεδριακή κατοχύρωση, ώστε να μην παραμείνει απλώς μια προεκλογική διακήρυξη. Η πρότασή του συγκέντρωσε την πλειοψηφική αποδοχή του συνεδρίου, με τη σύμφωνη γνώμη και της ηγεσίας του κόμματος.

Η εξέλιξη είχε ιδιαίτερη σημασία, καθώς η θέση «καμία συγκυβέρνηση μετεκλογικά με τη ΝΔ» αποτυπώθηκε ως συλλογική πολιτική δέσμευση και όχι ως προσωπική τοποθέτηση ενός στελέχους.

Μετά την παρέμβαση Βενιζέλου, ορισμένοι επανέφεραν την ερμηνεία ότι η έμφαση στη συναίνεση θα μπορούσε να εκληφθεί ως έμμεση αιχμή προς τη γραμμή που υπερασπίστηκε ο Χάρης Δούκας. Πρόκειται, ωστόσο, για πολιτική ανάγνωση και όχι για τεκμηριωμένη προσωπική αντιπαράθεση μεταξύ των δύο.

Άλλωστε, ο Βενιζέλος τοποθετήθηκε για συγκεκριμένο ζήτημα εξωτερικής πολιτικής και δεν διατύπωσε δημόσια, με αφορμή αυτή την παρέμβαση, πρόταση μετεκλογικής συνεργασίας ΠΑΣΟΚ – Νέας Δημοκρατίας.

Η διάκριση έχει σημασία. Η συναίνεση στην υπεράσπιση των εθνικών θέσεων δεν ταυτίζεται με τη συναίνεση στη διακυβέρνηση της χώρας. Και η συνεδριακή απόφαση του ΠΑΣΟΚ αφορά ακριβώς το δεύτερο ζήτημα.

Η ιστορική εμπειρία του ΠΑΣΟΚ και τα όρια της συναίνεσης

Η θέση που ανέδειξε ο Χάρης Δούκας στο συνέδριο δεν προέκυψε σε πολιτικό κενό. Συνδέεται με την ιστορική εμπειρία της συγκυβέρνησης με τη Νέα Δημοκρατία και τη συζήτηση για τις συνέπειές της στη φυσιογνωμία του ΠΑΣΟΚ.

Η συμμετοχή του κόμματος στην κυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου αποτελεί μέχρι σήμερα σημείο αναφοράς για όσους υποστηρίζουν ότι η πολιτική αυτονομία της δημοκρατικής παράταξης πρέπει να συνοδεύεται από σαφείς δεσμεύσεις για τις μετεκλογικές συνεργασίες.

Από την άλλη πλευρά, η θεσμική επιχειρηματολογία του Βενιζέλου βασίζεται στην αντίληψη ότι ορισμένα ζητήματα εθνικής στρατηγικής απαιτούν συνέχεια και ευρύτερες συναινέσεις, ανεξαρτήτως των κυβερνητικών εναλλαγών.

Οι δύο θέσεις δεν είναι αναγκαστικά αντιφατικές. Η ένταση προκύπτει όταν η συζήτηση μεταφέρεται από τη συναίνεση επί συγκεκριμένων εθνικών επιλογών στη δυνατότητα πολιτικής συνεργασίας μεταξύ κομμάτων με διαφορετικές προγραμματικές δεσμεύσεις.

Το συνέδριο του ΠΑΣΟΚ επιχείρησε να αποσαφηνίσει αυτό το όριο ως προς τη Νέα Δημοκρατία. Γι’ αυτό και η σχετική απόφαση παραμένει το βασικό σημείο αναφοράς για οποιαδήποτε συζήτηση περί μετεκλογικών συνεργασιών.

Ένας πιθανός υπερκομματικός ρόλος και τα σενάρια της επόμενης ημέρας

Υπάρχει, τέλος, μια ακόμη ανάγνωση της δημόσιας παρουσίας του Ευάγγελου Βενιζέλου. Η επιμονή του στη θεσμική σοβαρότητα, στην εθνική στρατηγική και στην ανάγκη συναινέσεων διατηρεί την απεύθυνσή του σε ένα ευρύτερο ακροατήριο, από την Κεντροαριστερά έως την Κεντροδεξιά.

Σε μια περίοδο κατά την οποία συζητούνται οι δυνατότητες σχηματισμού μελλοντικών κυβερνήσεων συνεργασίας, αυτή η παρουσία τροφοδοτεί ερμηνείες για ενδεχόμενο υπερκομματικό ή θεσμικό ρόλο του πρώην προέδρου του ΠΑΣΟΚ.

Η εμπειρία του ως αντιπροέδρου κυβέρνησης συνεργασίας, η προηγούμενη συζήτηση για την Προεδρία της Δημοκρατίας και η επιστημονική του ιδιότητα αποτελούν στοιχεία που εξηγούν γιατί το όνομά του μπορεί να επανέρχεται σε τέτοιες συζητήσεις.

Το δεδομένο είναι ότι το ΠΑΣΟΚ έχει πλέον μια συλλογικά διατυπωμένη θέση για τη μη συγκυβέρνηση με τη Νέα Δημοκρατία, με καθοριστική την παρέμβαση του Χάρη Δούκα στη σχετική συνεδριακή συζήτηση. Η δημόσια στάση του Βενιζέλου στα εθνικά θέματα μπορεί να ερμηνεύεται ποικιλοτρόπως, αλλά δεν μεταβάλλει το περιεχόμενο αυτής της απόφασης. Το εάν και πώς θα επανέλθει η συζήτηση για τις μετεκλογικές συνεργασίες θα εξαρτηθεί από τις πολιτικές εξελίξεις και τις αποφάσεις των αρμόδιων κομματικών οργάνων.

*Οι απόψεις που εκτίθενται στα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν αποκλειστικά τους αρθρογράφους και δεν απηχούν κατ’ ανάγκην την επίσημη θέση του secondread.gr

Κοινοποίηση:

Εγγραφείτε στο Newsletter