EDITO

Η ήττα Τραμπ δεν αρκεί για να σωθεί η Ευρώπη

Πολιτικό γραφιστικό με τον Ντόναλντ Τραμπ και την Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, με φόντο το Καπιτώλιο των ΗΠΑ, τη σημαία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και μια κάλπη με το σύμβολο των Δημοκρατικών.

Από την Ουκρανία και τους δασμούς μέχρι την ενεργειακή κρίση, η Ευρώπη παραμένει εγκλωβισμένη στις αμερικανικές αποφάσεις. Το εκλογικό πλήγμα στον Τραμπ δεν αρκεί για να αλλάξει τους συσχετισμούς.

Η σαρωτική νίκη των Δημοκρατικών στις ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ έφερε χαμόγελα στις Βρυξέλλες. Έπειτα από δύο χρόνια εμπορικών απειλών, διπλωματικών συγκρούσεων και αμφισβήτησης των παραδοσιακών συμμαχιών, οι Ευρωπαίοι ηγέτες βλέπουν για πρώτη φορά τον Ντόναλντ Τραμπ να δέχεται ένα ισχυρό πολιτικό πλήγμα.

Η ανακούφιση, ωστόσο, δεν πρέπει να συγχέεται με την αλλαγή των πραγματικών συσχετισμών. Ο Τραμπ παραμένει πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικές εξουσίες στην εξωτερική πολιτική και έχει μπροστά του δύο ακόμη χρόνια στον Λευκό Οίκο.

Το σημαντικότερο, όμως, είναι άλλο. Η Ευρώπη εξακολουθεί να εξαρτάται σε κρίσιμους τομείς από τις αποφάσεις της Ουάσιγκτον. Και αυτή η εξάρτηση δεν πρόκειται να εξαφανιστεί επειδή άλλαξε ο πολιτικός χάρτης του αμερικανικού Κογκρέσου.

Ο Τραμπ έχασε, η εξουσία του παραμένει

Οι Δημοκρατικοί κατέκτησαν τον έλεγχο τόσο της Βουλής των Αντιπροσώπων όσο και της Γερουσίας, αξιοποιώντας τη δυσαρέσκεια για το κόστος ζωής, τον πόλεμο στο Ιράν και την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης.

Από τον Ιανουάριο του 2027, το νέο Κογκρέσο θα μπορεί να μπλοκάρει νομοθετικές πρωτοβουλίες, να ελέγχει κυβερνητικές δαπάνες και να διεξάγει έρευνες για τις αποφάσεις της κυβέρνησης Τραμπ.

Αυτό δεν σημαίνει ότι θα μπορεί να καθορίζει την αμερικανική εξωτερική πολιτική. Ο πρόεδρος διατηρεί την πρωτοβουλία στις διπλωματικές διαπραγματεύσεις, σημαντικές στρατιωτικές αρμοδιότητες και τη δυνατότητα άσκησης βέτο.

Μάλιστα, ένας Τραμπ που δυσκολεύεται να προωθήσει την εσωτερική του ατζέντα ενδέχεται να στραφεί ακόμη περισσότερο στη διεθνή σκηνή, όπου διαθέτει μεγαλύτερα περιθώρια κινήσεων. Η εκλογική αποδυνάμωσή του δεν εγγυάται επομένως έναν περισσότερο προβλέψιμο Λευκό Οίκο.

Η ευρωπαϊκή ασφάλεια σε αμερικανικά χέρια

Η Ουκρανία αποτελεί ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα των ευρωπαϊκών αδιεξόδων.

Η επιστροφή των Δημοκρατικών στον έλεγχο του Κογκρέσου δημιουργεί προϋποθέσεις για μεγαλύτερη πίεση υπέρ της αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας προς το Κίεβο. Δεν διασφαλίζει, όμως, ότι η Ουάσιγκτον θα επιστρέψει στην πολιτική των προηγούμενων ετών.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση εξακολουθεί να αναζητά πόρους για τη συνέχιση της ουκρανικής πολεμικής προσπάθειας, ενώ την ίδια στιγμή αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο περαιτέρω περιορισμού της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στην ήπειρο.

Το ΝΑΤΟ, παρά τις διαβεβαιώσεις περί συνοχής, παραμένει αντιμέτωπο με μια βαθύτερη μεταβολή: οι ΗΠΑ απαιτούν από τους Ευρωπαίους να αναλάβουν μεγαλύτερο μέρος του κόστους της άμυνάς τους.

Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι η απάντηση πρέπει να είναι απλώς περισσότερες στρατιωτικές δαπάνες. Η ευρωπαϊκή αυτονομία δεν μπορεί να περιορίζεται στην αγορά νέων εξοπλισμών, ιδιαίτερα όταν οι ίδιες κοινωνίες αντιμετωπίζουν πιέσεις σε υγεία, στέγαση και κοινωνική προστασία.

Οι δασμοί δεν φεύγουν με μια εκλογική ήττα

Στο οικονομικό πεδίο, τα περιθώρια αισιοδοξίας είναι εξίσου περιορισμένα.

Οι αμερικανικοί δασμοί 15% στα περισσότερα ευρωπαϊκά προϊόντα αποτελούν πλέον μέρος της εμπορικής πραγματικότητας. Η νίκη των Δημοκρατικών δεν συνεπάγεται την αυτόματη κατάργησή τους, καθώς ο προστατευτισμός δεν αποτελεί αποκλειστικό χαρακτηριστικό του τραμπισμού.

Αντίστοιχα, οι συγκρούσεις για τη φορολόγηση και τη ρύθμιση των αμερικανικών τεχνολογικών κολοσσών δεν πρόκειται να εξαφανιστούν. Η Ευρώπη επιδιώκει μεγαλύτερο έλεγχο στις ψηφιακές πλατφόρμες, ενώ οι ΗΠΑ υπερασπίζονται την ισχύ των επιχειρήσεών τους.

Η αντιπαράθεση, επομένως, δεν αφορά μόνο τις πολιτικές ιδιορρυθμίες ενός προέδρου, αλλά και αντικρουόμενα οικονομικά συμφέροντα.

Το πραγματικό κόστος το πληρώνουν οι πολίτες

Την ίδια ώρα, η ευρωπαϊκή οικονομία αντιμετωπίζει τις συνέπειες του πολέμου στο Ιράν και της ενεργειακής αναταραχής.

Σύμφωνα με την προκαταρκτική εκτίμηση της Eurostat, ο πληθωρισμός στην ευρωζώνη έφτασε τον Οκτώβριο στο 4%, ενώ οι τιμές της ενέργειας αυξήθηκαν κατά 20,8% σε ετήσια βάση.

Πίσω από αυτούς τους αριθμούς βρίσκονται νοικοκυριά που δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στους λογαριασμούς τους, εργαζόμενοι των οποίων οι μισθοί χάνουν αγοραστική δύναμη και μικρές επιχειρήσεις που πιέζονται από το αυξημένο λειτουργικό κόστος.

Καμία εκλογική νίκη των Δημοκρατικών δεν πρόκειται από μόνη της να μειώσει τις τιμές της ενέργειας ή να τερματίσει τον πόλεμο. Αυτά θα εξαρτηθούν από συγκεκριμένες πολιτικές αποφάσεις, στις οποίες η Ευρώπη εξακολουθεί να έχει περιορισμένη επιρροή.

Η Ευρώπη χρειάζεται δική της πολιτική

Το εκλογικό αποτέλεσμα στις ΗΠΑ αποτελεί αναμφίβολα ήττα για τον Τραμπ και την πολιτική του. Προσφέρει στην Ευρώπη μια ευκαιρία να επαναδιαπραγματευτεί ορισμένες πλευρές της σχέσης της με την Ουάσιγκτον. Δεν αποτελεί, όμως, απάντηση στα διαρθρωτικά της προβλήματα.

Για χρόνια, η ευρωπαϊκή ηγεσία επένδυσε στην αμερικανική στρατιωτική προστασία, στην πρόσβαση στην αμερικανική αγορά και στη δυνατότητα συνεννόησης με τον εκάστοτε ένοικο του Λευκού Οίκου. Η δεύτερη προεδρία Τραμπ αποκάλυψε πόσο εύθραυστη ήταν αυτή η ισορροπία.

Το ζητούμενο πλέον δεν είναι να περιμένουν οι Βρυξέλλες μια πιο φιλική αμερικανική κυβέρνηση. Είναι να διαμορφώσουν μια εξωτερική και οικονομική πολιτική που θα υπηρετεί τις ανάγκες των ευρωπαϊκών κοινωνιών, χωρίς να εξαρτάται διαρκώς από τις επιλογές μιας άλλης δύναμης.

Γιατί όσο η Ευρώπη περιμένει τις αμερικανικές κάλπες για να μάθει το δικό της μέλλον, τόσο θα αποδεικνύει ότι δεν το καθορίζει η ίδια.

Κοινοποίηση:

Εγγραφείτε στο Newsletter