Ο Ντόναλντ Τραμπ έχασε τον έλεγχο του Κογκρέσου, όχι όμως και τη δυνατότητα να καθορίζει την αμερικανική εξωτερική πολιτική. Η εκλογική συντριβή των Ρεπουμπλικανών αλλάζει τις ισορροπίες στην Ουάσινγκτον, την ώρα που οι σημαντικότερες στρατιωτικές και διπλωματικές επιλογές του προέδρου παραμένουν ανοιχτές.
Από την Τεχεράνη μέχρι το Κίεβο και το Τελ Αβίβ, κυβερνήσεις επιχειρούν ήδη να υπολογίσουν τις συνέπειες της ήττας του. Το ερώτημα δεν είναι μόνο πόσο θα περιοριστεί η εξουσία του, αλλά και πώς θα αντιδράσει ένας πρόεδρος που χάνει πολιτικό έδαφος στο εσωτερικό.
Οι Δημοκρατικοί εξασφάλισαν την πλειοψηφία και στα δύο σώματα του Κογκρέσου. Από τον Ιανουάριο του 2027 θα μπορούν να ελέγχουν τις δαπάνες, να απαιτούν εξηγήσεις για στρατιωτικές επιχειρήσεις και να εμποδίζουν κυβερνητικές πρωτοβουλίες.
Δεν μπορούν, ωστόσο, να επιβάλουν μονομερώς μια νέα εξωτερική πολιτική. Ο Τραμπ διατηρεί σημαντικές εκτελεστικές αρμοδιότητες και το δικαίωμα να ασκεί βέτο στη νομοθεσία.
Ιράν: Το κόστος του πολέμου επέστρεψε στην κάλπη
Ο πόλεμος που ξεκίνησαν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ εναντίον του Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου εξελίχθηκε σε σημαντικό πολιτικό βάρος για τον Τραμπ.
Οι επιπτώσεις στην ενέργεια και οι αυξήσεις στα καύσιμα μετέφεραν το κόστος της σύγκρουσης στην καθημερινότητα εκατομμυρίων Αμερικανών. Ο ίδιος ο πρόεδρος αναγνώρισε ότι ο πόλεμος συνέβαλε στις εκλογικές απώλειες των Ρεπουμπλικανών.
Η νέα πλειοψηφία μπορεί να επιχειρήσει περιορισμό της χρηματοδότησης των στρατιωτικών επιχειρήσεων, απαιτώντας παράλληλα κοινοβουλευτική έγκριση και ουσιαστικό έλεγχο.
Για την Τεχεράνη, η εξέλιξη δημιουργεί ένα νέο διαπραγματευτικό περιβάλλον, όχι όμως εγγυήσεις ειρήνης.
Ο Τραμπ θα μπορούσε να επιδιώξει συμφωνία που θα του επέτρεπε να περιορίσει το οικονομικό κόστος και να παρουσιάσει μια διπλωματική επιτυχία. Παραμένει, ωστόσο, και ο κίνδυνος νέας στρατιωτικής κλιμάκωσης.
Μια εκλογική ήττα δεν οδηγεί αναγκαστικά σε αυτοσυγκράτηση, ιδιαίτερα όταν ο πρόεδρος εξακολουθεί να διαθέτει ισχυρά στρατιωτικά εργαλεία.
Ισραήλ: Ρωγμές σε μια διαχρονική συμμαχία
Η σημαντικότερη ένδειξη αλλαγής καταγράφηκε πριν ακόμη ανακοινωθούν τα αποτελέσματα.
Ανήμερα των εκλογών, ο Τραμπ δήλωσε ότι σκοπεύει να σταματήσει την ετήσια στρατιωτική βοήθεια περίπου 4 δισ. δολαρίων προς το Ισραήλ. Πρόκειται, ωστόσο, για εξαγγελία και όχι για εφαρμοσμένη απόφαση. Η ισχύουσα συμφωνία χρηματοδότησης εκτείνεται μέχρι το 2028, ενώ η Ουάσινγκτον θα μπορούσε να συνεχίσει τις πωλήσεις όπλων.
Η δήλωση έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία. Η άνευ όρων υποστήριξη προς το Ισραήλ, που επί δεκαετίες αποτελούσε κοινό τόπο των δύο μεγάλων αμερικανικών κομμάτων, αντιμετωπίζει πλέον αυξανόμενες αντιδράσεις.
Η καταστροφή στη Γάζα, οι δεκάδες χιλιάδες νεκροί Παλαιστίνιοι και η συνεχιζόμενη βία στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη έχουν ενισχύσει τις πιέσεις για περιορισμό της αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας.
Η εκλογή υποψηφίων που υποστήριξαν ανοιχτά τα δικαιώματα των Παλαιστινίων, ακόμη και απέναντι σε ισχυρά φιλοϊσραηλινά συμφέροντα, αποτυπώνει αυτή τη μεταβολή.
Οι Δημοκρατικοί αποκτούν πλέον τη δυνατότητα να θέσουν όρους στη χρηματοδότηση και στις μεταφορές οπλικών συστημάτων. Δεν αποτελούν, όμως, ενιαίο μέτωπο απέναντι στο Ισραήλ.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν η πολιτική μετατόπιση θα περιοριστεί σε δηλώσεις ή θα επηρεάσει πραγματικά τη στρατιωτική υποστήριξη που επιτρέπει τη συνέχιση των ισραηλινών επιχειρήσεων.
Ουκρανία: Νέα περιθώρια, παλιές αβεβαιότητες
Στο Κίεβο, η εκλογική ήττα των Ρεπουμπλικανών δημιουργεί προσδοκίες για επανενεργοποίηση της αμερικανικής βοήθειας.
Ο Τραμπ έχει περιορίσει δραστικά τη στρατιωτική και οικονομική στήριξη προς την Ουκρανία, ενώ η απόφασή του να χαλαρώσει κυρώσεις σε ρωσικά ενεργειακά προϊόντα προκάλεσε αντιδράσεις ακόμη και στο κόμμα του.
Οι Δημοκρατικοί μπορούν πλέον να προωθήσουν νέα πακέτα βοήθειας και να επιδιώξουν διακομματικές πλειοψηφίες, ακόμη και απέναντι σε ενδεχόμενο προεδρικό βέτο.
Ωστόσο, η αλλαγή των κοινοβουλευτικών συσχετισμών δεν εξαφανίζει την πίεση του Λευκού Οίκου προς τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι για μια συμφωνία με τη Μόσχα.
Η Ουκρανία εξακολουθεί να εξαρτάται από αμερικανικά όπλα, τεχνολογία και πληροφορίες. Η κοινοβουλευτική στήριξη είναι σημαντική, αλλά δεν υποκαθιστά τη συνεργασία με την εκτελεστική εξουσία.
Μια ήττα που δεν σημαίνει αποκλιμάκωση
Η νέα πολιτική πραγματικότητα στις ΗΠΑ περιορίζει τα περιθώρια του Τραμπ, χωρίς να αφαιρεί τον έλεγχο της εξωτερικής πολιτικής από τα χέρια του.
Οι Δημοκρατικοί θα μπορούν να δυσκολεύουν τη χρηματοδότηση πολέμων, να ελέγχουν συμφωνίες και να απαιτούν λογοδοσία. Δεν μπορούν όμως να εγγυηθούν ότι η Ουάσινγκτον θα επιλέξει τη διπλωματία αντί της στρατιωτικής ισχύος.
Η ήττα του Τραμπ δημιουργεί έτσι μια αντίφαση: την ώρα που η εσωτερική του εξουσία αποδυναμώνεται, η εξωτερική πολιτική παραμένει πεδίο στο οποίο μπορεί να κινηθεί με μεγαλύτερη αυτονομία.
Για τους ανθρώπους που ζουν τις συνέπειες των πολέμων στο Ιράν, στην Παλαιστίνη και στην Ουκρανία, η αλλαγή των συσχετισμών στην Ουάσινγκτον δεν ισοδυναμεί με ειρήνη.
Το πραγματικό αποτέλεσμα θα κριθεί από το εάν το νέο Κογκρέσο θα καταφέρει να μετατρέψει την εκλογική ανατροπή σε ουσιαστικό έλεγχο των στρατιωτικών επιλογών της αμερικανικής κυβέρνησης.




