Γράφει ο Γιώργος Μελιγγώνης
Με αφορμή την παρουσία του Αλέξη Τσίπρα στη Καλαμάτα, την εκλογική κοιτίδα του Αλέξη Χαρίτση, περίσσεψαν τα παραπολιτικά σχόλια που ήθελαν τον πρώην υπουργό να δίνει το “παρών” στην εκδήλωση στην οποία μίλησε ο Αλέξης Τσίπρας. Ωστόσο, όσοι-ες έγραψαν τα εν λόγω σχόλια, μάλλον έχουν βαθιά μεσάνυχτα ως προς το πώς σκέφτεται και πώς αντιλαμβάνεται την πολιτική ο Μεσσήνιος πολιτικός.
Μηνύματα ένθεν κακείθεν
Άλλωστε, μία ματιά στα μηνύματα που φρόντισαν να στείλουν εκατέρωθεν προχθές Τσίπρας και Χαρίτσης, καθιστά σαφές ότι για να υπάρξει προσέγγιση των δύο πλευρών, θα απαιτηθεί ειδικός πολιτικός χειρισμός, καθώς ο Αλέξης Χαρίτσης είναι -ευλόγως- μία ξεχωριστή και ιδιαίτερη περίπτωση.
Ο Αλέξης Τσίπρας, από την Καλαμάτα, αν και δεν αναφέρθηκε ειδικά στον Χαρίτση, φρόντισε να επαναλάβει τον “όρο” της παραίτησης από το βουλευτικό αξίωμα. Και την ίδια περίπου ώρα, ο Χαρίτσης, μιλώντας στον “Αθήνα 984” και τον Νίκο Φελέκη, υπογράμμιζε την αξία της κοινοβουλευτικής δράσης, φέρνοντας συγκεκριμένα παραδείγματα, όπως το κοινοβουλευτικό “κίνημα” που οδήγησε στην απόσυρση του κατάπτυστου άρθρου 23, αλλά και την συζήτηση επί του προϋπολογισμού του κράτους, που ξεκινά εντός ολίγων ημερών.
Αυτό, ασφαλώς, δε σημαίνει ότι ο Χαρίτσης είναι κολλημένος στην καρέκλα -αλίμονο. Απλώς, όπως έχει πολλάκις επισημάνει ο πρώην υπουργός και πρώην επικεφαλής της Νέας Αριστεράς, με το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα “υπάρχουν συγκλίσεις, αλλά και αποκλίσεις”. Επίσης, ο Χαρίτσης έχει ταχθεί -και το έχει κάνει πράξη, ολόκληρη προεδρία κόμματος “πλήρωσε” γι’ αυτό- ότι πιστεύει στις συγκλίσεις, τη συμπόρευση και τον προγραμματικό διάλογο των κομμάτων.
Και εκεί είναι που κρύβεται το κλειδί των εξελίξεων: άλλο πράγμα ο διάλογος ή η συμπόρευση στο πλαίσιο ενός μετωπικού σχήματος και άλλο το εν πολλοίς “βοναπαρτικό” μήνυμα που εκπέμπει ο Αλέξης Τσίπρας “όστις θέλει, οπίσω μου ελθείν”. Και, μάλιστα, παραιτούμενος απ΄ την έδρα του, χωρίς καν να πει “κιχ” για το πρόγραμμα και τις θέσεις που θα κληθεί να υπηρετήσει.
Άλλο εξώστης, άλλο “προθάλαμος”
Βεβαίως, θα αντιτείνει κάποιος-α ότι αφ’ ης στιγμής ο Αλέξης Τσίπρας έχει θέσει αυτούς τους όρους και τις προϋποθέσεις που ως τώρα όλοι οι “παλιοί” που εντάσσονται στην ΕΛΑΣ τούς ακολουθούν απαρεγκλίτως, θα τίναζε τα πάντα στον αέρα αν επέλεγε έναν διαφορετικό χειρισμό για τον Χαρίτση. Απ’ την άλλη πλευρά, ο Χαρίτσης έχει διατελέσει πρόεδρος κόμματος και, συν τοις άλλοις, το ότι “ανέχτηκε” τον άκομψο”εξώστη” στο “Παλλάς” αποδεικνύει εν τοις πράγμασι την προσήλωσή του στην ανάγκη ευρύτερων συνεργασιών. Το ότι έκατσε στον “εξώστη”, λοιπόν, ουδόλως σημαίνει ότι θα αναμένει σε έναν “προθάλαμο” κάποιο νεύμα για να ακολουθήσει αναντίρρητα κάποιες έξωθεν “οδηγίες”. Άλλωστε, όπως λέει στους συνομιλητές του, “προθάλαμο έχουν τα ιατρεία, όχι τα πολιτικά κόμματα”.
Ποιος έχει να χάσει περισσότερα;
Όπως και να έχει, στο τέλος της μέρας το βασικό ερώτημα είναι ποιος έχει να χάσει περισσότερα, αν δεν επιτευχθεί η συμπόρευση του Χαρίτση με την ΕΛΑΣ. Το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα “ταβάνιασε”, αγκομαχά να παραμείνει στη δεύτερη θέση δημοσκοπικά, ενώ ένα ζάπινγκ στα τηλεοπτικά πολιτικά πάνελ δείχνει ότι η πλειονότητα των καινούργιων δεν μπορεί να κομίσει με αποτελεσματικό τρόπο το μήνυμα -αν και πολλές φορές, εκτός από τους μαντατοφόρους, το πρόβλημα το έχει και το ίδιο το… μήνυμα.
Με άλλα λόγια, με τον δρόμο προς τις κάλπες να αποδεικνύεται δύσκολος μαραθώνιος και όχι ένα ευκολάκι κατοστάρι, δύσκολα θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι η ΕΛΑΣ έχει την πολυτέλεια να αποκλείσει τον Χαρίτση -κάτι που ήδη η Αμαλίας κατάλαβε ότι ισχύει και για τον Κώστα Ζαχαριάδη και την Έφη Αχτσιόγλου, ενώ αυτονοήτως το έχει κατανοήσει και για τον Νάσο Ηλιόπουλο.
Στον αντίποδα, ο Χαρίτσης προφανώς και θα χάσει αν δεν συνεχίσει την κοινοβουλευτική του διαδρομή, αλλά δεν τελειώνουν όλα τον Μάιο του 2027. Ο ίδιος έχει ήδη καθιερωθεί -με το σπαθί του, από την εποχή που αναφερόταν σε κείμενο συμπερασμάτων του Eurogroup η εξαίσια επίδοσή του στην απορρόφηση κοινοτικών κονδυλίων- ως ο καλύτερος αριστερός τεχνοκράτης της γενιάς του, που ταυτόχρονως έχει ανοιχτούς διαύλους με την αγορά χωρίς να κάνει ιδεολογικές και ηθικές εκπτώσεις. Παραλλήλως, με δεδομένο ότι οι προοδευτικές δυνάμεις κατευθύνονται με “μονήρη” τρόπο προς τις κάλπες του 2027 και, μοιραία, δεν αποφεύγουν τα “τζαρτζαρίσματα” μεταξύ τους, είναι αντιμέτωπες με το πλέον πιθανό σενάριο να χρεωθούν, στα μάτια του 70% των πολιτών που ζητούν πολιτική αλλαγή, ότι δεν ήρθησαν στο ύψος των περιστάσεων και “χάρισαν” στον Κυριάκο Μητσοτάκη μία τρίτη πρωθυπουργική θητεία. Και, αν η κοινωνία εισπράξει με τέτοιον τρόπο το αποτέλεσμα των επόμενων εθνικών εκλογών, τότε σίγουρα δε θα είναι ο Χαρίτσης μέρος του προβλήματος, ούτε θα ανήκει στο πολιτικό προσωπικό που εκ των πραγμάτων θα πρέπει να κάνει στην άκρη.




