EDITO

Σε αναταραχή οι Ρεπουμπλικανοί μετά το εκλογικό ναυάγιο

Πολιτικό γραφιστικό με τον Ντόναλντ Τραμπ στο προσκήνιο και τους Πιτ Χέγκσεθ, Τζέι Ντι Βανς και Μάρκο Ρούμπιο, μπροστά από το Καπιτώλιο και το ραγισμένο σύμβολο των Ρεπουμπλικανών.

Η εκλογική ήττα στις ενδιάμεσες εκλογές φέρνει στην επιφάνεια τα ρήγματα των Ρεπουμπλικανών. Οι πιέσεις για αλλαγές αυξάνονται, αλλά ο Τραμπ δεν δείχνει διατεθειμένος να αλλάξει πορεία.

Οι Ρεπουμπλικανοί έχασαν και τα δύο σώματα του Κογκρέσου. Στο εσωτερικό του κόμματος, αρκετοί αναζητούν πλέον ευθύνες στους συνεργάτες του Ντόναλντ Τραμπ και όχι στον ίδιο τον πρόεδρο, που πήρε τις καθοριστικές αποφάσεις.

Ο υπουργός Άμυνας βρίσκεται αντιμέτωπος με το ενδεχόμενο παραπομπής, ένα υψηλόβαθμο στέλεχος του υπουργείου Δικαιοσύνης αποχώρησε και ο υπουργός Εξωτερικών εξετάζει το μέλλον του.

Η εκλογική ήττα ανοίγει ρήγματα στο κυβερνητικό στρατόπεδο. Δεν πρόκειται όμως μόνο για εσωκομματική σύγκρουση. Πίσω από τις κινήσεις προσώπων βρίσκονται ο πόλεμος στο Ιράν, η ακρίβεια και η γενική δυσαρέσκεια για τον Τραμπ και τη διακυβέρνησή του.

Μια αποχώρηση με βαρύ αποτύπωμα

Η Χαρμίτ Ντίλον παραιτήθηκε στις 5 Νοεμβρίου από την ηγεσία του Τμήματος Πολιτικών Δικαιωμάτων του υπουργείου Δικαιοσύνης. Η χρονική συγκυρία τροφοδότησε συνδέσεις με τις εκλογές, αλλά η ίδια δήλωσε ότι είχε ενημερώσει τον Λευκό Οίκο ήδη από τον Οκτώβριο για την πρόθεσή της να επιστρέψει στη δικηγορία. Η παραίτησή της δεν μπορεί, επομένως, να παρουσιαστεί ως αποδεδειγμένη συνέπεια της ήττας.

Η ουσία βρίσκεται στη θητεία της. Μια υπηρεσία που συγκροτήθηκε για να αντιμετωπίζει τις διακρίσεις στράφηκε, υπό τη διεύθυνσή της, σε έρευνες πανεπιστημίων, στην αμφισβήτηση πολιτικών διαφορετικότητας και σε υποθέσεις οπλοκατοχής. Παράλληλα, εγκαταλείφθηκαν έρευνες για αστυνομικές πρακτικές. Σύμφωνα με το Associated Press, περισσότερα από τα τρία τέταρτα του προσωπικού που υπηρετούσε κατά την έναρξη της δεύτερης θητείας Τραμπ είχαν αποχωρήσει.

Δεν πρόκειται απλώς για αλλαγή προσώπου, αλλά για την αποχώρηση μιας αξιωματούχου που συνέβαλε στον αναπροσανατολισμό ενός κρίσιμου θεσμού.

Ο Χέγκσεθ στο στόχαστρο για το Ιράν

Η μεγαλύτερη πίεση ασκείται στον Πιτ Χέγκσεθ. Σύμφωνα με το CNN, Ρεπουμπλικανοί τον κατηγορούν παρασκηνιακά ότι ώθησε τον Τραμπ στην επίθεση κατά του Ιράν χωρίς αξιόπιστο σχέδιο εξόδου, υποτιμώντας τη διάρκεια και τις συνέπειες της σύγκρουσης.

Ο Ρεπουμπλικανός βουλευτής Τόμας Μάσι δήλωσε ότι σκοπεύει να ζητήσει ψηφοφορία για την παραπομπή του υπουργού Άμυνας. Δεν έχει ακόμη πραγματοποιηθεί ψηφοφορία, ενώ ακόμη και πιθανή παραπομπή από τη Βουλή δεν ισοδυναμεί με καθαίρεση: απαιτείται καταδίκη από τη Γερουσία.

Η πολιτική αντίφαση είναι δύσκολο να αγνοηθεί. Την απόφαση για τον πόλεμο την πήρε ο Τραμπ, ο οποίος δηλώνει ότι θα την επαναλάμβανε. Όταν όμως ήρθε ο εκλογικός λογαριασμός, αρκετοί σύμμαχοί του έστρεψαν τις κατηγορίες προς τον υπουργό. Ο πρόεδρος εξακολουθεί να τον υπερασπίζεται.

Ο Βανς, ο Ρούμπιο και η επόμενη ημέρα

Ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς έδωσε τη σαφέστερη δημόσια εξήγηση για την ήττα: «Ο λόγος που χάσαμε είναι ο πόλεμος». Επικαλέστηκε ψηφοφόρους του 2024 που δυσαρεστήθηκαν από τη σύγκρουση, το κόστος ζωής και τη σχέση της Ουάσινγκτον με το Ισραήλ.

Η παρέμβασή του δεν αποτελεί πλήρη ρήξη με τον Τραμπ. Φανερώνει όμως τη δυσκολία του να υπερασπιστεί μια πολιτική με σοβαρό εκλογικό κόστος, ενώ θεωρείται πιθανός διεκδικητής του προεδρικού χρίσματος το 2028.

Την ίδια ώρα, το Bloomberg αναφέρει ότι ο Μάρκο Ρούμπιο εξετάζει το ενδεχόμενο να φύγει από την κυβέρνηση. Δεν έχει λάβει απόφαση, ούτε υπάρχει ανακοινωμένο χρονοδιάγραμμα.

Το δημοσίευμα δεν επιβεβαιώνει επικείμενη παραίτηση. Δείχνει, ωστόσο, ότι τα κορυφαία στελέχη αρχίζουν ήδη να σταθμίζουν το πολιτικό τους μέλλον πέρα από τη σημερινή κυβέρνηση.

Το κόστος που δεν εξαφανίζεται

Η ήττα δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο από το Ιράν. Στις μετεκλογικές έρευνες, σχεδόν εννέα στους δέκα ψηφοφόρους χαρακτήρισαν το κόστος ζωής σημαντικό παράγοντα της επιλογής τους. Οι δασμοί και η άνοδος των τιμών των καυσίμων πίεσαν τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς, την ώρα που η κυβέρνηση επέμενε στις διαβεβαιώσεις της για την οικονομία.

Σύμφωνα με το Reuters, στελέχη των Ρεπουμπλικανών ζητούν αλλαγές στο κυβερνητικό επιτελείο και αναθεώρηση πολιτικών. Ο Τραμπ, αντιθέτως, δεν δείχνει πρόθυμος να αναγνωρίσει προσωπική ευθύνη.

Από τον Ιανουάριο, οι Δημοκρατικοί θα διαθέτουν κοινοβουλευτικά εργαλεία για να ελέγχουν την κυβέρνηση. Θα μπορούν να διερευνούν αποφάσεις και να δυσκολεύουν την ψήφιση της κυβερνητικής ατζέντας, όχι όμως να διορθώσουν αυτομάτως όσα οδήγησαν τους ψηφοφόρους στην αποδοκιμασία.

Ούτε ένας ανασχηματισμός μειώνει από μόνος του τους λογαριασμούς των νοικοκυριών ή τερματίζει έναν πόλεμο. Το ερώτημα για τους Ρεπουμπλικανούς δεν είναι μόνο ποιος θα αποχωρήσει, αλλά ποιος θα αναλάβει την ευθύνη των αποφάσεων που οδήγησαν στην ήττα.

Κοινοποίηση:

Εγγραφείτε στο Newsletter