Οι εκλογές της 27ης Οκτωβρίου στο Ισραήλ ανέδειξαν ένα πολιτικό αδιέξοδο που ξεπερνά την αδυναμία σχηματισμού κυβέρνησης. Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου φαίνεται να χάνει την κοινοβουλευτική του πλειοψηφία, όμως οι αντίπαλοί του δυσκολεύονται να αξιοποιήσουν τη νέα ισορροπία δυνάμεων.
Καθοριστικό ρόλο αποκτούν τα κόμματα που εκπροσωπούν κυρίως τους Άραβες πολίτες του Ισραήλ, τα οποία συγκεντρώνουν, σύμφωνα με τα προσωρινά αποτελέσματα, 19 έδρες. Παρά τη δυνατότητά τους να επηρεάσουν τον σχηματισμό κυβέρνησης, μεγάλο μέρος της αντιπολίτευσης αποκλείει τη συνεργασία μαζί τους.
Η αναμέτρηση αναδεικνύει έτσι δύο διαφορετικά ζητήματα: ποιος μπορεί να αντικαταστήσει τον Νετανιάχου και πόσο διαφορετική θα είναι η πολιτική της επόμενης κυβέρνησης απέναντι στους Παλαιστινίους.
Ποιοι είναι οι βασικοί πολιτικοί παίκτες
Το ισραηλινό πολιτικό σύστημα περιλαμβάνει αρκετά κόμματα, με τις κυβερνήσεις να σχηματίζονται συνήθως μέσα από συνεργασίες. Η Κνεσέτ, το κοινοβούλιο της χώρας, διαθέτει 120 έδρες και το όριο της απόλυτης πλειοψηφίας βρίσκεται στις 61.
Στο κυβερνητικό στρατόπεδο κυριαρχεί το Λικούντ, το δεξιό κόμμα του Νετανιάχου. Βασικοί σύμμαχοί του είναι δύο κόμματα της ακροδεξιάς: η Εβραϊκή Ισχύς του υπουργού Εθνικής Ασφάλειας Ιταμάρ Μπεν Γκβιρ, που έχει υποστηρίξει την απομάκρυνση Παλαιστινίων από τη Γάζα, και ο Θρησκευτικός Σιωνισμός του υπουργού Οικονομικών Μπετσαλέλ Σμότριτς, ο οποίος τάσσεται υπέρ της προσάρτησης της κατεχόμενης Δυτικής Όχθης. Τον συνασπισμό συμπληρώνουν το Σας και η Ενωμένη Τορά, δύο υπερορθόδοξα εβραϊκά κόμματα, με βασική διεκδίκηση τη διατήρηση των απαλλαγών από τη στρατιωτική θητεία για τους σπουδαστές θρησκευτικών σχολών.
Απέναντί τους βρίσκεται μια ετερόκλητη αντιπολίτευση. Ο βασικός αντίπαλος του Νετανιάχου, Γκάντι Άιζενκοτ, είναι πρώην αρχηγός του ισραηλινού στρατού και επικεφαλής του νέου κεντρώου κόμματος Γιάσαρ. Δίπλα του βρίσκονται το Μαζί, η συμμαχία των πρώην πρωθυπουργών Ναφτάλι Μπένετ και Γιαΐρ Λαπίντ, το δεξιό και κοσμικό Ισραήλ το Σπίτι μας του Αβίγκντορ Λίμπερμαν, καθώς και οι κεντροαριστεροί Δημοκράτες του Γιαΐρ Γκολάν, που προέρχονται από τη συνένωση του ιστορικού Εργατικού Κόμματος με την αριστερή Μερέτς.
Ξεχωριστή θέση κατέχουν δύο σχηματισμοί με κυρίως αραβική εκλογική βάση. Η Κοινή Λίστα, υπό τον Γιούσεφ Τζαμπαρίν, αποτελεί συμμαχία αριστερών και παλαιστινιακών πολιτικών δυνάμεων, που διεκδικούν ισότητα για τους Άραβες πολίτες και ανεξάρτητο παλαιστινιακό κράτος. Το Ραάμ, δηλαδή η Ενωμένη Αραβική Λίστα, είναι ένα συντηρητικό κόμμα με ισλαμικές καταβολές, υπό τον Μανσούρ Αμπάς, που δίνει μεγαλύτερη έμφαση στις κυβερνητικές συνεργασίες για την εξασφάλιση πόρων και δικαιωμάτων των αραβικών κοινοτήτων.
Η εκλογική αριθμητική και οι 19 έδρες
Με βάση τα προσωρινά στοιχεία της 28ης Οκτωβρίου, το μπλοκ του Νετανιάχου συγκέντρωνε 53 έδρες, έναντι 48 των τεσσάρων βασικών κομμάτων της αντιπολίτευσης. Η Κοινή Λίστα και το Ραάμ συγκέντρωναν συνολικά 19 έδρες, έναντι 10 στην απερχόμενη Βουλή.
Το Λικούντ παρέμενε πρώτο κόμμα και το Γιάσαρ του Άιζενκοτ ακολουθούσε στη δεύτερη θέση. Η συμμετοχή έφτασε το 77,7%, στο υψηλότερο επίπεδο από το 1999.
Η κατανομή αυτή δημιουργεί μια ιδιαίτερη πολιτική συνθήκη. Ο Νετανιάχου υπολείπεται οκτώ εδρών από την πλειοψηφία, ενώ η αντιπολίτευση χρειάζεται ακόμη 13. Εφόσον, όμως, προστεθούν οι 19 έδρες των αραβικών κομμάτων στις 48 του αντιπολιτευτικού μπλοκ, προκύπτει μια αριθμητική πλειοψηφία 67 εδρών.
Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η πλειοψηφία υπάρχει στους αριθμούς, όχι σε μια συμφωνία συνεργασίας. Επιπλέον, το αποτέλεσμα παραμένει προσωρινό, καθώς εκκρεμεί η ενσωμάτωση ειδικών ψήφων.
Η αντιπολίτευση απέναντι στους δικούς της αποκλεισμούς
Η απομάκρυνση του Νετανιάχου αποτελεί κοινό στόχο των κομμάτων της αντιπολίτευσης, όχι όμως και η συνεργασία με τους εκπροσώπους των Παλαιστινίων πολιτών.
Ο Μπένετ και ο Λίμπερμαν έχουν αποκλείσει τη συμμετοχή αραβικών κομμάτων σε κυβέρνηση που θα στηρίξουν. Ο Άιζενκοτ έχει θέσει προϋποθέσεις, μεταξύ των οποίων η αναγνώριση του Ισραήλ ως εβραϊκού και δημοκρατικού κράτους. Αντίθετα, ο Γκολάν έχει ζητήσει να εγκαταλειφθούν αυτοί οι αποκλεισμοί.
Η στάση του Μπένετ παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Το 2021 σχημάτισε κυβέρνηση μαζί με τον Λαπίντ και τη συμμετοχή του Ραάμ, στην πρώτη επίσημη ένταξη ανεξάρτητου αραβικού κόμματος σε ισραηλινό κυβερνητικό συνασπισμό. Πέντε χρόνια αργότερα, αποκλείει μια αντίστοιχη συνεργασία.
Από την πλευρά του, ο Μανσούρ Αμπάς εμφανίζεται διαθέσιμος για νέα κυβερνητική συμφωνία. Η Κοινή Λίστα δηλώνει πρόθυμη να συμβάλει στην απομάκρυνση του Νετανιάχου, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αποδέχεται το πολιτικό πρόγραμμα του Άιζενκοτ.
Η αντίφαση γίνεται ακόμη εντονότερη αν ληφθεί υπόψη ότι οι Άραβες αποτελούν περίπου το 21% του πληθυσμού του Ισραήλ. Διαθέτουν εκλογικά δικαιώματα, όμως η συμμετοχή των πολιτικών τους εκπροσώπων στη διακυβέρνηση εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ισχυρές αντιστάσεις.
Ο ίδιος ο Νετανιάχου αξιοποίησε προεκλογικά αυτή τη διαίρεση, παρουσιάζοντας το ενδεχόμενο συνεργασίας της αντιπολίτευσης με τα αραβικά κόμματα ως απειλή. Σε προεκλογικό υλικό του Λικούντ κυριάρχησε το δίλημμα «Η δεξιά ή η Παλαιστίνη», συνδέοντας την πολιτική αντιπαράθεση με την ταυτότητα των πιθανών κυβερνητικών συμμάχων.
Χωρίς Νετανιάχου, αλλά με ποια πολιτική για την Παλαιστίνη;
Πέρα από τις κυβερνητικές συμμαχίες, υπάρχει ένα ακόμη ουσιαστικό ερώτημα: τι θα αλλάξει για τους Παλαιστινίους αν αναλάβει την εξουσία ο Άιζενκοτ;
Οι δύο βασικοί αντίπαλοι απορρίπτουν την ίδρυση ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους και υποστηρίζουν τη διατήρηση του ισραηλινού ελέγχου ασφαλείας στην περιοχή μεταξύ του Ιορδάνη ποταμού και της Μεσογείου. Συμφωνούν επίσης ότι η αποχώρηση των ισραηλινών δυνάμεων από τη Γάζα προϋποθέτει τον αφοπλισμό της Χαμάς, χωρίς να αποκλείουν νέες στρατιωτικές επιχειρήσεις.
Οι διαφορές τους εντοπίζονται κυρίως στους εποικισμούς της Δυτικής Όχθης. Ο Νετανιάχου έχει επιτρέψει τη μεγάλη επέκτασή τους, ενώ οι ακροδεξιοί σύμμαχοί του υποστηρίζουν ανοιχτά την προσάρτηση παλαιστινιακών εδαφών. Ο Άιζενκοτ αντιτίθεται στη δημιουργία οικισμών που δεν έχουν εγκριθεί από το ισραηλινό κράτος, στη βία των εποίκων και στην επέκταση στην περιοχή Ε1, η οποία απειλεί τη γεωγραφική συνέχεια των παλαιστινιακών εδαφών.
Η διάκριση έχει σημασία, χωρίς να αναιρεί ότι οι ισραηλινοί εποικισμοί στα κατεχόμενα εδάφη θεωρούνται παράνομοι βάσει του διεθνούς δικαίου, ανεξάρτητα από την έγκρισή τους από τις ισραηλινές αρχές.
Οι Δημοκράτες του Γκολάν υποστηρίζουν μια πολιτική συμφωνία με τους Παλαιστινίους, αλλά δεν εκφράζουν το σύνολο της αντιπολίτευσης. Επομένως, η ενδεχόμενη αλλαγή πρωθυπουργού μπορεί να διαφοροποιήσει συγκεκριμένες πολιτικές, χωρίς να συνεπάγεται συνολική αναθεώρηση της ισραηλινής στάσης στη Γάζα και στη Δυτική Όχθη.
Το πραγματικό διακύβευμα της επόμενης ημέρας
Μετά την οριστικοποίηση του αποτελέσματος, ο πρόεδρος Ισαάκ Χέρτσογκ θα ξεκινήσει τις διαβουλεύσεις για τον σχηματισμό κυβέρνησης. Οι επιλογές περιλαμβάνουν διαφορετικούς κυβερνητικούς συνασπισμούς, μια κυβέρνηση μειοψηφίας με εξωτερική κοινοβουλευτική στήριξη ή νέα προσφυγή στις κάλπες.
Η εκλογική αναμέτρηση αναδεικνύει δύο διαφορετικά επίπεδα πολιτικής σύγκρουσης. Το πρώτο αφορά το ποιος θα κυβερνήσει και αν η αντιπολίτευση είναι διατεθειμένη να συνεργαστεί με τα αραβικά κόμματα για να απομακρύνει τον Νετανιάχου. Το δεύτερο αφορά την κατεύθυνση της πολιτικής που θα ακολουθήσει η επόμενη κυβέρνηση στο Παλαιστινιακό.
Για τους Παλαιστινίους στη Γάζα και στη Δυτική Όχθη, που δεν συμμετέχουν στις ισραηλινές βουλευτικές εκλογές, η δεύτερη αυτή διάσταση είναι καθοριστική. Η αλλαγή κυβέρνησης μπορεί να μεταβάλει τις ισορροπίες στο εσωτερικό του Ισραήλ. Δεν συνεπάγεται όμως από μόνη της αλλαγή στις συνθήκες κατοχής και στις προοπτικές πολιτικής αυτοδιάθεσης.



