EDITO

Η αμερικανική δημοκρατία των δισεκατομμυριούχων

Συνθετική εικόνα με το Καπιτώλιο των ΗΠΑ, δεσμίδες δολαρίων, μορφές επιχειρηματιών και οθόνες προεκλογικών συγκεντρώσεων, με θέμα την επιρροή του μεγάλου χρήματος στις αμερικανικές εκλογές.

Πριν φτάσει η ώρα της ψήφου, οι ισχυρότεροι χρηματοδότες έχουν ήδη παρέμβει στην εκλογική μάχη. Από την επιλογή υποψηφίων μέχρι τις διαφημιστικές επιθέσεις, ο πλούτος μετατρέπεται σε πολιτική επιρροή με ελάχιστους περιορισμούς.

Στις 9 Σεπτεμβρίου 2026, ο Έλον Μασκ κατέβαλε 75 εκατομμύρια δολάρια σε πολιτική επιτροπή των Ρεπουμπλικανών. Την επόμενη ημέρα, το ίδιο ποσό μεταφέρθηκε σε άλλη επιτροπή, αφιερωμένη στην εκλογή ενός και μόνο υποψηφίου για τη Γερουσία στο Τέξας. Δύο εβδομάδες αργότερα, η ίδια διαδρομή επαναλήφθηκε με άλλα 83 εκατομμύρια.

Ο Μασκ δεν διεκδικούσε καμία έδρα. Μπορούσε, όμως, να διαθέσει μέσα σε λίγες ημέρες περισσότερα από 150 εκατομμύρια δολάρια για να επηρεάσει μία εκλογική αναμέτρηση. Ο υποψήφιος που ενίσχυε, ο Ρεπουμπλικανός Κεν Πάξτον, απέκτησε τη στήριξη ενός τεράστιου διαφημιστικού μηχανισμού απέναντι στον Δημοκρατικό αντίπαλό του, Τζέιμς Ταλαρίκο.

Η περίπτωση συμπυκνώνει μια όλο και πιο έντονη αντίφαση της αμερικανικής πολιτικής: οι εκλογές παραμένουν υπόθεση των πολιτών, αλλά οι όροι με τους οποίους διεξάγονται επηρεάζονται δυσανάλογα από έναν εξαιρετικά περιορισμένο κύκλο μεγάλων χρηματοδοτών.

Η πολιτική δύναμη των εκατομμυρίων

Ο Μασκ είχε διαθέσει συνολικά 446 εκατομμύρια δολάρια από την προσωπική του περιουσία για τις ενδιάμεσες εκλογές του 2026, κυρίως υπέρ των Ρεπουμπλικανών. Οι οργανώσεις που χρηματοδοτούσε συμμετείχαν σε διαφημιστικές εκστρατείες εκατοντάδων εκατομμυρίων και σε επιχειρήσεις κινητοποίησης ψηφοφόρων.

Δεν είναι ο μόνος. Το ζεύγος επιχειρηματιών Ρίτσαρντ και Ελίζαμπεθ Ούλαϊν είχε διαθέσει περίπου 150 εκατομμύρια, ενώ ο επενδυτής Τζεφ Γιας και η σύζυγός του περίπου 110 εκατομμύρια. Στην πλευρά των Δημοκρατικών, ο Μάικλ Μπλούμπεργκ χρηματοδότησε πολιτικές οργανώσεις με 60 εκατομμύρια δολάρια.

Συνολικά, σύμφωνα με το Brennan Center for Justice, μόλις 40 μεγάλοι χρηματοδότες είχαν διαθέσει περισσότερα από 2,4 δισεκατομμύρια δολάρια μέχρι τα μέσα Οκτωβρίου. Ποσό οκταπλάσιο, σε πραγματικές τιμές, από το αντίστοιχο του 2014.

Η διαφορά δεν είναι απλώς ποσοτική. Οι χρηματοδότες έχουν τη δυνατότητα να ενισχύουν επιλεγμένους υποψηφίους, να χρηματοδοτούν επιθέσεις εναντίον των αντιπάλων τους και να μεταφέρουν τεράστια ποσά από μια εκλογική περιφέρεια σε άλλη.

Εκατομμύρια για να πληγεί ένας υποψήφιος

Στο Οχάιο, ο κλάδος των κρυπτονομισμάτων δαπάνησε περισσότερα από 68 εκατομμύρια δολάρια στην εκλογική αναμέτρηση για τη Γερουσία, με βασικό στόχο τον Δημοκρατικό Σέροντ Μπράουν, γνωστό για την κριτική του στην αγορά ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων.

Οι διαφημίσεις εναντίον του, ωστόσο, δεν ασχολούνταν με τα κρυπτονομίσματα. Τον κατηγορούσαν για φορολογικές επιλογές και αναπαρήγαγαν ακόμη και έναν παραπλανητικό ισχυρισμό περί προσλήψεων 87.000 πρακτόρων της αμερικανικής εφορίας, τον οποίο είχε διαψεύσει το Reuters.

Εδώ βρίσκεται μια λιγότερο ορατή πλευρά της πολιτικής χρηματοδότησης. Ο ψηφοφόρος παρακολουθεί μια διαφήμιση για τους φόρους ή τη μετανάστευση, χωρίς να γνωρίζει απαραίτητα ότι χρηματοδοτείται από επιχειρήσεις που επιδιώκουν ευνοϊκότερη νομοθεσία για τη δραστηριότητά τους.

Η Fairshake, με βασικούς χρηματοδότες την Coinbase, τη Ripple και την Andreessen Horowitz, ακολούθησε αυτή τη στρατηγική σε περισσότερες από 100 αναμετρήσεις. Μάλιστα, ανακοίνωσε ότι 53 από τους 58 υποψηφίους που υποστήριξε σε προκριματικές ή ειδικές εκλογές επικράτησαν.

Το ποσοστό δεν αποδεικνύει ότι τα χρήματα καθόρισαν τα αποτελέσματα. Δείχνει, όμως, πόσο συστηματικά οι επιχειρήσεις επιλέγουν να ενισχύουν πολιτικούς που θεωρούν χρήσιμους για τις μελλοντικές νομοθετικές τους επιδιώξεις.

Οι αναμετρήσεις πριν από τις εκλογές

Η επιρροή γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα στις προκριματικές εκλογές, ιδιαίτερα σε περιφέρειες όπου η επικράτηση ενός κόμματος θεωρείται σχεδόν δεδομένη.

Στη Νέα Υόρκη, ο Άλεξ Μπόρες βρέθηκε στο επίκεντρο μιας ιδιαίτερα δαπανηρής αναμέτρησης επειδή υποστήριζε αυστηρότερους κανόνες ασφαλείας για την τεχνητή νοημοσύνη.

Το Leading the Future, δίκτυο που υποστηρίζεται από επιχειρηματίες συνδεδεμένους με την OpenAI και την Andreessen Horowitz, δαπάνησε περισσότερα από 8 εκατομμύρια δολάρια εναντίον του. Από την άλλη πλευρά, το Public First, με χρηματοδότηση και από την Anthropic, διέθεσε 13,2 εκατομμύρια υπέρ του.

Ο Μπόρες ηττήθηκε στις προκριματικές εκλογές. Δεν είναι δυνατόν να αποδοθεί η ήττα του αποκλειστικά στις χρηματοδοτήσεις. Το αξιοσημείωτο είναι ότι μια εσωκομματική αναμέτρηση μετατράπηκε σε πεδίο σύγκρουσης επιχειρηματικών συμφερόντων για το ποιοι κανόνες θα διέπουν την τεχνητή νοημοσύνη.

Οι εταιρείες δεν χρειάζεται να περιμένουν τη νέα σύνθεση του Κογκρέσου για να ασκήσουν πίεση στους νομοθέτες. Μπορούν να παρέμβουν ήδη στη διαδικασία ανάδειξής τους.

Το χρήμα χωρίς όνομα και ο έλεγχος χωρίς εξουσία

Η δυνατότητα οικονομικής παρέμβασης συνοδεύεται από ένα ακόμη σοβαρό πρόβλημα: την αδιαφάνεια.

Έρευνα των New York Times κατέγραψε τουλάχιστον ένα δισεκατομμύριο δολάρια σε πολιτικές δαπάνες από πηγές που δεν αποκαλύπτονταν δημόσια. Στην αναμέτρηση της Σούζαν Κόλινς στο Μέιν, περισσότερα από 74 εκατομμύρια δολάρια είχαν δαπανηθεί ανώνυμα, τόσο υπέρ όσο και εναντίον της.

Το αμερικανικό σύστημα επιτρέπει στις λεγόμενες super PACs να συγκεντρώνουν απεριόριστες εισφορές για ανεξάρτητες εκλογικές δαπάνες. Παράλληλα, άλλες οργανώσεις μπορούν να αποκρύπτουν τους αρχικούς χρηματοδότες τους.

Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι η Ομοσπονδιακή Εκλογική Επιτροπή, αρμόδια για την εποπτεία της χρηματοδότησης, δεν διαθέτει από τον Απρίλιο του 2025 την απαιτούμενη απαρτία για κρίσιμες ελεγκτικές αποφάσεις. Σύμφωνα με έρευνα του CBS, οι εκκρεμείς υποθέσεις επιβολής της νομοθεσίας είχαν διπλασιαστεί μέσα σε έναν χρόνο.

Οι εκλογικές δαπάνες καταρρίπτουν ρεκόρ, οι χρηματοδότες μπορούν να παραμένουν άγνωστοι και η βασική εποπτική αρχή αδυνατεί να ασκήσει πλήρως τις αρμοδιότητές της.

Η ανισότητα πριν από την ψήφο

Η μεταβολή έχει και μια καθαρή κοινωνική διάσταση. Το 2014, τα εργατικά συνδικάτα αντιπροσώπευαν το 14% των χρηματοδοτήσεων της πρώτης σαραντάδας δωρητών. Το 2026 δεν εμφανίζονταν καν ανάμεσα στους 40 μεγαλύτερους.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι εργαζόμενοι στερούνται πολιτικής φωνής. Σημαίνει ότι οι πόροι που μπορούν να κινητοποιήσουν δεν ακολουθούν την εκρηκτική αύξηση των χρηματοδοτήσεων από ιδιώτες δισεκατομμυριούχους και επιχειρηματικούς ομίλους.

Η οικονομική υπεροχή δεν εγγυάται την εκλογική νίκη. Επιτρέπει, όμως, την αδιάκοπη προβολή συγκεκριμένων υποψηφίων, την εξουθένωση των αντιπάλων τους μέσω διαφημιστικών επιθέσεων και την επιβολή θεμάτων στη δημόσια συζήτηση.

Το πιο ανησυχητικό δεν είναι ότι οι δισεκατομμυριούχοι διαθέτουν μία ψήφο, όπως κάθε Αμερικανός. Είναι ότι διαθέτουν εκατοντάδες εκατομμύρια για να επηρεάσουν τις επιλογές που θα βρεθούν μπροστά στους υπόλοιπους ψηφοφόρους.

Και όσο αυτό θεωρείται φυσιολογικό μέρος της εκλογικής διαδικασίας, η πολιτική ισότητα θα δοκιμάζεται πολύ πριν ανοίξουν οι κάλπες.

Κοινοποίηση:

Εγγραφείτε στο Newsletter