Γράφει ο Σάββας Παναγιωτίδης
Το φίδι του φασισμού δεν ξανασήκωσε κεφάλι μέσα σε μια νύχτα. Βρήκε πρόσφορο έδαφος σε κοινωνίες εξαντλημένες από τις αλλεπάλληλες κρίσεις, σε ανθρώπους απογοητευμένους από την πολιτική και σε ένα σύστημα που συχνά αναζητά αποδιοπομπαίους τράγους αντί να αντιμετωπίζει τις αιτίες της κοινωνικής δυσαρέσκειας.
Δεν μεγάλωσε, όμως, μόνο με τον φόβο και την οργή. Βρήκε ισχυρούς συμμάχους, επιχειρηματίες με τεράστια οικονομική δύναμη και μέσα ενημέρωσης πρόθυμα να προσφέρουν χώρο σε ακραίες αντιλήψεις. Βρήκε ακόμη και πολιτικές δυνάμεις που, χωρίς απαραίτητα να συντάσσονται μαζί του, δανείζονται τη γλώσσα του.
Η άνοδος της ακροδεξιάς δεν είναι, επομένως, μόνο ζήτημα εκλογικών ποσοστών. Είναι και ζήτημα εξουσίας: ποιος τη στηρίζει, ποιος τη νομιμοποιεί και ποιος τελικά ωφελείται όταν η κοινωνική οργή στρέφεται εναντίον των πιο αδύναμων.
Οι χορηγοί της «αντισυστημικής» εξέγερσης
Ο Ίλον Μασκ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της σχέσης ανάμεσα στην οικονομική ισχύ και την ακροδεξιά πολιτική επιρροή. Διέθεσε περισσότερα από 250 εκατομμύρια δολάρια για την εκλογική ενίσχυση του Ντόναλντ Τραμπ το 2024 και στη συνέχεια παρενέβη ανοιχτά υπέρ του γερμανικού AfD.
Μέσα από το X, την πλατφόρμα που του ανήκει, φιλοξένησε την επικεφαλής του κόμματος, Άλις Βάιντελ, ενώ εμφανίστηκε μέσω βίντεο σε προεκλογική συγκέντρωση του AfD. Ο ισχυρότερος επιχειρηματίας του πλανήτη επέλεξε, δηλαδή, να αξιοποιήσει τη δημόσια επιρροή του για να στηρίξει μια πολιτική δύναμη που αυτοπαρουσιάζεται ως αντίπαλος του κατεστημένου.
Στη Γαλλία, ο δισεκατομμυριούχος Βενσάν Μπολορέ ελέγχει έναν ισχυρό μιντιακό όμιλο, με το CNews να δέχεται επικρίσεις για τη συστηματική προβολή ακροδεξιών θέσεων. Ο ίδιος αρνείται ότι επιβάλλει ιδεολογική γραμμή στα μέσα του.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Πιερ-Εντουάρ Στερέν. Σύμφωνα με έγγραφα που αποκάλυψε η Le Monde, το σχέδιό του «Périclès» προέβλεπε επένδυση 150 εκατομμυρίων ευρώ σε βάθος δεκαετίας για την ενίσχυση της δεξιάς και της ακροδεξιάς στη Γαλλία.
Πίσω, λοιπόν, από ένα μέρος της υποτιθέμενης εξέγερσης απέναντι στις ελίτ βρίσκονται οι ίδιες οι οικονομικές ελίτ. Η αντίφαση είναι αποκαλυπτική: εκείνοι που εμφανίζονται ως εχθροί του συστήματος βρίσκουν πολύτιμους συμμάχους ανάμεσα στους ισχυρότερους εκπροσώπους του.
Όταν τα καθιερωμένα κόμματα ανοίγουν τον δρόμο
Η ακροδεξιά, ωστόσο, δεν χρειάζεται μόνο χρήματα και προβολή. Χρειάζεται και πολιτική νομιμοποίηση.
Στη Γερμανία, το AfD διπλασίασε το ποσοστό του στις ομοσπονδιακές εκλογές του 2025, φτάνοντας στο 20,8%. Λίγες εβδομάδες νωρίτερα, οι Χριστιανοδημοκράτες είχαν περάσει από τη Βουλή μια μη δεσμευτική πρόταση για αυστηροποίηση της μεταναστευτικής πολιτικής, με τη στήριξη, μεταξύ άλλων, του AfD.
Η Ελλάδα δεν αποτελεί εξαίρεση. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επέλεξε για το Υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου τον Θάνο Πλεύρη, με πολιτική αφετηρία το ΛΑΟΣ, στη θέση του Μάκη Βορίδη, που επίσης προέρχεται από τον ίδιο χώρο. Ο Πλεύρης, ο οποίος στο παρελθόν είχε δηλώσει πως «η φύλαξη των συνόρων θέλει νεκρούς», βρέθηκε επικεφαλής του υπουργείου που είναι αρμόδιο και για την προστασία των προσφύγων.
Και η κυβερνητική πολιτική δεν περιορίστηκε στη σκληρή ρητορική. Το καλοκαίρι του 2025 ανεστάλη για τρεις μήνες η δυνατότητα υποβολής αιτήσεων ασύλου για όσους έφταναν από τη Βόρεια Αφρική, προκαλώντας την αντίδραση της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ. Ο ίδιος ο Πλεύρης υπερασπίστηκε το δόγμα «φυλακή ή επιστροφή» για όσους δεν δικαιούνται παραμονή, ενώ χαρακτήρισε «παράσημο» την κριτική που δέχεται από οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Η κυβέρνηση παρουσιάζει τις επιλογές αυτές ως αναγκαία μέτρα για τον έλεγχο της παράτυπης μετανάστευσης. Το πολιτικό ερώτημα, όμως, παραμένει: τι συμβαίνει όταν η ρητορική του αποκλεισμού δεν ακούγεται πλέον μόνο από τα ακροδεξιά έδρανα, αλλά αποκτά θέση και στις κυβερνητικές αποφάσεις;
Έρευνα που δημοσιεύτηκε τον Σεπτέμβριο του 2026 στο Political Behavior διαπίστωσε ότι η υιοθέτηση προκατειλημμένης ρητορικής από καθιερωμένα κόμματα μπορεί να αποδυναμώσει τους κοινωνικούς φραγμούς απέναντι στον ρατσισμό.
Κάπου εδώ αποκαλύπτεται και μια σοβαρή πολιτική αντίφαση. Δεν αρκεί να καταδικάζεις την ακροδεξιά όταν ανεβαίνουν τα ποσοστά της, εφόσον την υπόλοιπη περίοδο συμβάλλεις στη νομιμοποίηση του λόγου της.
Γιατί η ακροδεξιά δεν κερδίζει μόνο όταν εκλέγεται. Κερδίζει και όταν πολιτικές δυνάμεις που δεν συντάσσονται απαραίτητα μαζί της αρχίζουν να της μοιάζουν.
Να φταίει ο διπλανός, όχι οι ισχυροί
Η ακρίβεια, οι χαμηλοί μισθοί, η στεγαστική κρίση και η εργασιακή ανασφάλεια έχουν διαμορφώσει μια ασφυκτική πραγματικότητα για εκατομμύρια ανθρώπους. Η ακροδεξιά αξιοποιεί αυτή τη δυσαρέσκεια, προσφέροντας μια βολική εξήγηση για κάθε πρόβλημα.
Για την ανεργία φταίνε οι μετανάστες, για την ανασφάλεια οι πρόσφυγες. Για την κοινωνική κρίση όσοι δεν χωρούν σε μια στενή αντίληψη περί εθνικής ταυτότητας.
Έτσι, η κοινωνική οργή αλλάζει κατεύθυνση. Ο εργαζόμενος που δεν μπορεί να πληρώσει το ενοίκιό του καλείται να αντιμετωπίσει ως εχθρό έναν άλλον εργαζόμενο, αντί να αναζητήσει γιατί η στέγη έχει γίνει απρόσιτη και για τους δύο.
Η φτώχεια, βέβαια, δεν γεννά αυτομάτως φασίστες. Ο ρατσισμός και ο εθνικισμός έχουν δικές τους ιδεολογικές ρίζες. Η κοινωνική ανασφάλεια, όμως, μπορεί να γίνει πολύτιμο εργαλείο στα χέρια όσων καλλιεργούν τον φόβο.
Η Ελλάδα γνωρίζει καλά πού μπορεί να οδηγήσει αυτή η διαδρομή. Τον Μάρτιο του 2026, το Εφετείο επιβεβαίωσε την καταδίκη της Χρυσής Αυγής ως εγκληματικής οργάνωσης. Η δολοφονία του Παύλου Φύσσα και οι οργανωμένες επιθέσεις σε μετανάστες και πολιτικούς αντιπάλους υπενθυμίζουν ότι ο φασισμός δεν περιορίζεται στα συνθήματα.
Ούτε ο ρατσισμός αποτελεί μια αφηρημένη πολιτική αντιπαράθεση. Σύμφωνα με έρευνα του Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, που δημοσιεύτηκε το 2023, το 45% των ανθρώπων αφρικανικής καταγωγής που συμμετείχαν δήλωσε ότι είχε βιώσει φυλετικές διακρίσεις την προηγούμενη πενταετία. Το 34% είχε αντιμετωπίσει ανάλογες συμπεριφορές ακόμη και τον τελευταίο χρόνο. Πίσω από τα ποσοστά βρίσκονται άνθρωποι που συναντούν εμπόδια όταν αναζητούν εργασία, προσπαθούν να νοικιάσουν ένα σπίτι ή απλώς να ζήσουν την καθημερινότητά τους.
Η δικαστική καταδίκη μιας νεοναζιστικής οργάνωσης δεν εξαφανίζει τις αντιλήψεις που τη γέννησαν. Όπως και η επίκληση της δημοκρατίας δεν αρκεί όταν ο ρατσισμός αντιμετωπίζεται ως ένα ακόμη εργαλείο πολιτικής αντιπαράθεσης.
Το φίδι του φασισμού βρίσκει τροφή στην κοινωνική ανασφάλεια, στην πολιτική υποκρισία και στην ισχύ εκείνων που του προσφέρουν χρήματα και δημόσιο βήμα.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο ποιοι το ακολουθούν. Είναι και ποιοι το ενισχύουν, ποιοι επωφελούνται από την άνοδό του και ποιοι συμβάλλουν στη νομιμοποίηση του λόγου του.






