BRAINFOOD

Μία οικονομία, δύο πραγματικότητες

Βιομηχανικές εγκαταστάσεις διυλιστηρίου κάτω από τη φωτεινή πανσέληνο.

Τα επιχειρηματικά κέρδη σπάνε ρεκόρ, ενώ τα ελληνικά νοικοκυριά πληρώνουν ολοένα περισσότερα για τις βασικές τους ανάγκες. Ποιοι τελικά καρπώνονται την ανάπτυξη;

Γράφει ο Σάββας Παναγιωτίδης

Στην Ελλάδα των μεγάλων επιχειρήσεων, τα δισεκατομμύρια περισσεύουν. Στην Ελλάδα των εργαζομένων, ο μισθός εξαντλείται πριν τελειώσει ο μήνας. Οι ίδιοι οικονομικοί δείκτες που επιτρέπουν πανηγυρισμούς για την ανάπτυξη κρύβουν μια πολύ διαφορετική καθημερινότητα για την πλειονότητα της κοινωνίας.

Η ελληνική οικονομία διανύει μια περίοδο κερδοφορίας για τις μεγάλες εταιρείες. Οι μέτοχοι εισπράττουν δισεκατομμύρια και οι ισολογισμοί αποτυπώνουν μια εικόνα ευημερίας. Μόνο που αυτή η ευημερία σταματά έξω από την πόρτα των ελληνικών νοικοκυριών.

Στο ταμείο του σούπερ μάρκετ, στην αντλία του πρατηρίου, στον λογαριασμό του ρεύματος και στο ενοίκιο, οι πολίτες βλέπουν το εισόδημά τους να εξαντλείται. Πληρώνουν ολοένα μεγαλύτερα ποσά για τις ίδιες βασικές ανάγκες, την ώρα που σημαντικοί επιχειρηματικοί όμιλοι απολαμβάνουν εξαιρετικά υψηλές αποδόσεις.

Η ανάπτυξη μπορεί να αποτυπώνεται στους ισολογισμούς, αλλά δεν φτάνει με τον ίδιο τρόπο στις τσέπες εκείνων που στηρίζουν καθημερινά την οικονομία με την εργασία και την κατανάλωσή τους.

Υψηλές επιδόσεις, άνιση κατανομή

Στο πρώτο εξάμηνο του 2026, τα καθαρά κέρδη 138 εισηγμένων επιχειρήσεων έφτασαν τα 7,34 δισ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 20,5% σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά.

Οι τράπεζες συγκέντρωσαν κέρδη που πλησίασαν τα 3 δισ. ευρώ, ενώ τα δύο μεγάλα ελληνικά διυλιστήρια ανακοίνωσαν αποτελέσματα εκατοντάδων εκατομμυρίων. Την ίδια περίοδο, οι διανομές προς τους μετόχους, με βάση τα κέρδη του 2025, υπολογίζονται σε περίπου 6,1 δισ. ευρώ.

Τα ποσά είναι εντυπωσιακά. Ακόμη πιο εντυπωσιακή, όμως, είναι η απόστασή τους από την οικονομική πραγματικότητα των περισσότερων πολιτών.

Οι αυξημένες τιμές των αγαθών και των υπηρεσιών μεταφέρουν ολοένα μεγαλύτερο μέρος του οικογενειακού εισοδήματος στα ταμεία των επιχειρήσεων. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε ανατίμηση μετατρέπεται αυτούσια σε κέρδος. Σημαίνει, ωστόσο, ότι η οικονομική πίεση δεν κατανέμεται ισότιμα.

Οι ισχυροί επιχειρηματικοί όμιλοι έχουν τη δυνατότητα να εμφανίζουν υψηλές αποδόσεις ακόμη και μέσα σε περιόδους ακρίβειας. Ο εργαζόμενος, αντίθετα, δεν έχει την πολυτέλεια να μετακυλίσει το αυξημένο κόστος ζωής σε κάποιον άλλον.

Ο λογαριασμός στους πολλούς

Η άλλη πλευρά της ελληνικής οικονομίας αποτυπώνεται στα στοιχεία της Eurostat. Το 2025, το 50,5% του πληθυσμού αδυνατούσε να καλύψει μια απρόβλεπτη αναγκαία δαπάνη. Παράλληλα, για το 26,4% των κατοίκων της χώρας, το κόστος στέγασης ξεπερνούσε το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος.

Πίσω από αυτούς τους αριθμούς βρίσκονται άνθρωποι που εργάζονται, πληρώνουν τις υποχρεώσεις τους και παρ’ όλα αυτά δυσκολεύονται να εξασφαλίσουν στοιχειώδη οικονομική ασφάλεια.

Η αύξηση των μισθών δεν αρκεί όταν ένα μεγάλο μέρος της απορροφάται από τις ανατιμήσεις. Όσο ακριβαίνουν τα τρόφιμα, η κατοικία και η ενέργεια, τόσο περιορίζεται η πραγματική αξία της εργασίας.

Και εδώ αποκαλύπτεται η ουσία της ανισότητας. Στη μία πλευρά, η αύξηση του πλούτου μεταφράζεται σε μερίσματα και αποδόσεις. Στην άλλη, ακόμη και μια μικρή ανατίμηση μπορεί να σημαίνει νέα περικοπή από τις καθημερινές ανάγκες.

Για τους μετόχους, το τέλος της χρονιάς μπορεί να σημαίνει διανομή κερδών. Για εκατομμύρια πολίτες, το τέλος του μήνα σημαίνει αγωνία για το υπόλοιπο του λογαριασμού.

Ποιος καρπώνεται την ανάπτυξη;

Το πρόβλημα δεν είναι η ύπαρξη επιχειρηματικών κερδών. Είναι ότι η συσσώρευση τόσο μεγάλου πλούτου στην κορυφή μπορεί να συνυπάρχει με τη διαρκή οικονομική ασφυξία ενός σημαντικού μέρους της κοινωνίας.

Η ανάπτυξη δεν μεταφέρεται αυτόματα στους μισθούς, ούτε η αύξηση της κερδοφορίας εγγυάται καλύτερες συνθήκες διαβίωσης. Ο τρόπος με τον οποίο μοιράζεται ο παραγόμενος πλούτος εξαρτάται από τις αμοιβές της εργασίας, τις συλλογικές συμβάσεις, τη φορολογική πολιτική και τις επιλογές για τις δημόσιες υπηρεσίες.

Γι’ αυτό και η συζήτηση δεν μπορεί να εξαντλείται στους πανηγυρισμούς για τους οικονομικούς δείκτες. Μια οικονομία δεν γίνεται αυτομάτως δικαιότερη επειδή οι ισχυρότερες επιχειρήσεις της γίνονται πλουσιότερες.

Όταν ο κόσμος πληρώνει ακριβότερα για να καλύψει τις ανάγκες του, έχει κάθε λόγο να απαιτεί να γνωρίζει ποιος ωφελείται από την ανάπτυξη και γιατί το δικό του μερίδιο παραμένει τόσο περιορισμένο.

Γιατί δεν μπορεί τα κέρδη να παρουσιάζονται ως συλλογική επιτυχία και η ακρίβεια ως ατομικό πρόβλημα του κάθε νοικοκυριού.

Στη μία Ελλάδα μετρούν τα δισεκατομμύρια που κερδίζουν. Στην άλλη, τα ευρώ που απομένουν. Και όσο αυτή η απόσταση μεγαλώνει, τόσο πιο δύσκολο γίνεται να μιλά κανείς για ευημερία χωρίς να απαντά στο πιο ουσιαστικό ερώτημα: ευημερία για ποιους;

Κοινοποίηση:

Εγγραφείτε στο Newsletter