EDITO

Ο Λούλα κέρδισε, ο Σάντσεθ ρισκάρει: Το πολιτικό μήνυμα πίσω από τις δύο αναμετρήσεις

Εικονογράφηση με τον Λούλα ντα Σίλβα αριστερά και τον Πέδρο Σάντσεθ δεξιά, με τα χρώματα και τις σημαίες της Βραζιλίας και της Ισπανίας στο φόντο.

Ο Λούλα ανέτρεψε το αποτέλεσμα στη Βραζιλία, ο Σάντσεθ φέρνει τη στεγαστική κρίση στην κάλπη. Δύο διαφορετικές αναμετρήσεις που αναδεικνύουν τι σημαίνει πολιτική σύγκρουση με σαφές κοινωνικό διακύβευμα.

Στη Βραζιλία, ο Λούλα κατάφερε να ανατρέψει μια εκλογική αναμέτρηση στην οποία είχε βρεθεί πίσω από τον αντίπαλό του. Στην Ισπανία, ο Πέδρο Σάντσεθ επέλεξε να προσφύγει πρόωρα στις κάλπες, μετατρέποντας τη σύγκρουση για τη στεγαστική κρίση σε κεντρικό πολιτικό ζήτημα.

Ο πρώτος κέρδισε, ο δεύτερος αναλαμβάνει ένα σημαντικό ρίσκο. Δεν ακολουθούν την ίδια στρατηγική ούτε αντιμετωπίζουν τις ίδιες συνθήκες. Υπάρχει, ωστόσο, ένα κοινό χαρακτηριστικό: και οι δύο συνέδεσαν την πολιτική αντιπαράθεση με συγκεκριμένα κοινωνικά ζητήματα, αντί να περιοριστούν σε μια σύγκρουση προσώπων.

Μια διαφορά που έχει ενδιαφέρον και για την Ελλάδα, όπου η ανάγκη μιας αξιόπιστης εναλλακτικής απέναντι στην κυβέρνηση Μητσοτάκη παραμένει ανοιχτό πολιτικό ζήτημα.

Η ανατροπή του Λούλα είχε αριθμούς

Στις 25 Οκτωβρίου, ο 80χρονος Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα επανεξελέγη πρόεδρος της Βραζιλίας, με 51,79% έναντι 48,21% του Φλάβιο Μπολσονάρο, γιου του πρώην προέδρου Ζαΐρ Μπολσονάρο.

Το αποτέλεσμα δεν ήταν αναμενόμενο με βάση όσα είχαν προηγηθεί. Στον πρώτο γύρο, στις 4 Οκτωβρίου, ο Μπολσονάρο είχε προηγηθεί με 47,03%, έναντι 45,16% του Λούλα. Τρεις εβδομάδες αργότερα, ο Βραζιλιάνος πρόεδρος είχε καλύψει τη διαφορά και εξασφαλίσει περισσότερες από 64 εκατομμύρια ψήφους.

Η συμμετοχή παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Στον πρώτο γύρο ψήφισαν 125,3 εκατομμύρια πολίτες, ποσοστό 78,92%. Στον δεύτερο προσήλθαν 128,2 εκατομμύρια, ποσοστό 80,78%. Σχεδόν τρία εκατομμύρια περισσότεροι ψηφοφόροι βρέθηκαν στις κάλπες, ενώ ο Λούλα προσέλκυσε και σημαντικό μέρος των ψηφοφόρων που είχαν επιλέξει άλλους υποψηφίους στον πρώτο γύρο.

Η ανατροπή δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στην αύξηση της συμμετοχής. Η εκστρατεία του Λούλα ενισχύθηκε στα κοινωνικά δίκτυα, ενώ οργανώσεις, φοιτητές και κοινωνικά κινήματα κινητοποιήθηκαν σε δεκάδες πόλεις. Κυρίως, όμως, ο ίδιος διατήρησε στο επίκεντρο τις δεσμεύσεις του για κοινωνικές παροχές, προστασία των χαμηλότερων εισοδημάτων και αυξήσεις στον κατώτατο μισθό πάνω από τον πληθωρισμό.

Απέναντί του είχε τον υποψήφιο που εκπροσωπούσε την πολιτική συνέχεια του Μπολσοναρισμού και διατηρούσε στενούς δεσμούς με τον χώρο του Ντόναλντ Τραμπ. Ο Λούλα αντιπαρέβαλε σε αυτή την κατεύθυνση την υπεράσπιση της εθνικής κυριαρχίας και τη δική του κοινωνική ατζέντα.

Η νίκη του, βέβαια, δεν εξαφανίζει τις δυσκολίες. Το δημόσιο χρέος της Βραζιλίας υπερβαίνει το 82% του ΑΕΠ, ενώ οι συντηρητικές δυνάμεις διατηρούν ισχυρή κοινοβουλευτική παρουσία. Οι κοινωνικές δεσμεύσεις του θα δοκιμαστούν απέναντι σε πραγματικούς δημοσιονομικούς και πολιτικούς περιορισμούς.

Το εκλογικό αποτέλεσμα δείχνει, πάντως, ότι μια δυσμενής αφετηρία δεν καθορίζει αναγκαστικά και την έκβαση της κάλπης. Στη Βραζιλία, η ενίσχυση της συμμετοχής, η μετακίνηση ψηφοφόρων και η οργάνωση της εκστρατείας άλλαξαν τους συσχετισμούς μέσα σε μόλις τρεις εβδομάδες.

Ο Σάντσεθ βάζει τη στεγαστική κρίση στην κάλπη

Στην Ισπανία, ο Πέδρο Σάντσεθ δεν έχει εξασφαλίσει κάποια αντίστοιχη επιτυχία. Αντίθετα, βρίσκεται μπροστά σε μια δύσκολη εκλογική αναμέτρηση, έχοντας επιλέξει ο ίδιος να την επισπεύσει.

Η αφορμή ήταν η απόρριψη κυβερνητικών μέτρων για τη στεγαστική κρίση από το ισπανικό Κοινοβούλιο στις 2 Οκτωβρίου. Οι παρεμβάσεις περιλάμβαναν περιορισμούς στα ενοίκια, προσωρινή προστασία από εξώσεις και περιορισμούς στις αγορές κατοικιών από μεγάλες εταιρείες.

Το συντηρητικό Λαϊκό Κόμμα, το ακροδεξιό Vox και το καταλανικό Junts αντιτάχθηκαν στις προτάσεις. Οι επικριτές των μέτρων υποστηρίζουν ότι η αυστηρότερη ρύθμιση της αγοράς μπορεί να περιορίσει την προσφορά κατοικιών και τις επενδύσεις. Η κυβέρνηση, αντίθετα, θεωρεί αναγκαία την παρέμβαση για την προστασία των ενοικιαστών από την εκτίναξη του κόστους.

Η αντιπαράθεση δεν εξελίχθηκε σε πολιτικό κενό. Λίγες ημέρες νωρίτερα, η απόπειρα έξωσης μιας 87χρονης γυναίκας στη Μαδρίτη, έπειτα από την αγορά της πολυκατοικίας της από εταιρεία ακινήτων, είχε προκαλέσει κινητοποιήσεις. Η στέγαση βρισκόταν ήδη ψηλά στις ανησυχίες των Ισπανών και πλέον περνούσε στο επίκεντρο της πολιτικής σύγκρουσης.

Στις 5 Οκτωβρίου, ο Σάντσεθ προκήρυξε πρόωρες εκλογές για τις 29 Νοεμβρίου 2026, έναν χρόνο πριν από την προγραμματισμένη λήξη της κοινοβουλευτικής περιόδου. Την επόμενη ημέρα, η κυβέρνησή του ενέκρινε εκ νέου δύο στεγαστικά διατάγματα, η συνέχιση της ισχύος των οποίων εξαρτάται από τη σχετική κοινοβουλευτική έγκριση.

Η κίνησή του έχει μεγάλο πολιτικό κόστος αν αποτύχει. Οι Σοσιαλιστές βρίσκονται πίσω από το Λαϊκό Κόμμα στις περισσότερες ιδιωτικές δημοσκοπήσεις, ενώ το Vox διεκδικεί σημαντικό μερίδιο της ψήφου. Παράλληλα, η κυβέρνηση αντιμετωπίζει τη φθορά της πολύχρονης παραμονής στην εξουσία και τις συνέπειες σκανδάλων που έχουν απασχολήσει την ισπανική πολιτική σκηνή.

Αυτές οι δυσκολίες δεν αναιρούν το περιεχόμενο της επιλογής. Ο Σάντσεθ μεταφέρει στους ψηφοφόρους μια συγκεκριμένη πολιτική διαφωνία: μέχρι πού πρέπει να φτάνει η κρατική παρέμβαση στην αγορά κατοικίας και ποιοι θα προστατευθούν από την άνοδο των τιμών.

Το αν αυτή η στρατηγική θα αποδώσει μένει να φανεί. Σε αντίθεση με τον Λούλα, ο Ισπανός πρωθυπουργός δεν έχει ακόμη εκλογικό αποτέλεσμα που να δικαιώνει την επιλογή του.

Το ελληνικό ερώτημα

Στην Ελλάδα, η στεγαστική κρίση δεν είναι λιγότερο σοβαρή. Σύμφωνα με τη Eurostat, το 2025 το 26,4% του πληθυσμού ζούσε σε νοικοκυριά που δαπανούσαν τουλάχιστον το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για στέγαση, έναντι 7,7% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Πρόκειται για το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των κρατών-μελών.

Παρά τις κυβερνητικές παρεμβάσεις, το πρόβλημα παραμένει εκτεταμένο. Η αύξηση των τιμών των κατοικιών, το κόστος των ενοικίων και η πίεση στα εισοδήματα εξακολουθούν να καθορίζουν την καθημερινότητα μεγάλου μέρους της κοινωνίας.

Οι πολιτικές δυνάμεις της αντιπολίτευσης έχουν καταθέσει διαφορετικές προτάσεις για τη στέγη, την εργασία και το κοινωνικό κράτος. Η ύπαρξη προτάσεων, όμως, δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με μια συγκροτημένη εναλλακτική διακυβέρνησης.

Οι περιπτώσεις Λούλα και Σάντσεθ δεν προσφέρουν έτοιμες συνταγές. Υπενθυμίζουν όμως ότι η πολιτική αντιπαράθεση αποκτά διαφορετικό περιεχόμενο όταν συνδέεται με συγκεκριμένες επιλογές, το κοινωνικό τους κόστος και τις συνέπειές τους.

Στην Ελλάδα, το ερώτημα υπερβαίνει το ποιος μπορεί να βρεθεί απέναντι στον Κυριάκο Μητσοτάκη. Αφορά το τι θα μπορούσε να προσφέρει μια διαφορετική διακυβέρνηση σε ζητήματα όπως η στέγαση, οι μισθοί και οι δημόσιες υπηρεσίες.

Γιατί η διαπίστωση ότι χρειάζεται μια εναλλακτική στην κυβέρνηση δεν αρκεί. Το ουσιαστικό είναι να αποσαφηνιστεί το περιεχόμενό της, οι προτεραιότητές της και ο τρόπος με τον οποίο θα μπορούσε να εφαρμοστεί.

Κοινοποίηση:

Εγγραφείτε στο Newsletter