Γράφει ο Γιώργος Μελιγγώνης
Πλέον, τα παραδείγματα είναι πολλά, από όλο τον κόσμο και στέλνουν το ίδιο μήνυμα στις προοδευτικές δυνάμεις: όπου ενισχύεται η συμμετοχή στις εκλογές, καθεστώτα πέφτουν και παντοδύναμοι ηγέτες συνταξιοδοτούνται. Και φυσικά, δεν είναι μονόδρομος να κερδίζει η ακροδεξιά από την απελπισία και τις ανισότητες.
Είναι να μη σηκωθούν από τον καναπέ!
Στην Ουγγαρία, μας χαιρέτησε ο Όρμπαν χάρη στην αυξημένη συμμετοχή. Το Βερολίνο το πήρε η Αριστερά επίσης χάρη στην αυξημένη συμμετοχή. Ο Μαμντάνι είναι δήμαρχος της Νέας Υόρκης για τον ίδιο λόγο, ο Λούλα έγινε ο πρώτος προεδρικός υποψήφιος που γυρίζει το παιχνίδι στον δεύτερο γύρο, επειδή σήκωσε τους βραζιλιάνους από τους καναπέδες.
Τα ίδια και στη Σερβία, αλλά εκεί αξίζει να σταθούμε λίγο παραπάνω. Ο άνθρωπος που κυβερνούσε παντοδύναμος έως την Κυριακή, έχασε εκκωφαντικά από την ενωμένη λίστα φοιτητών. Ο Βούτσιτς για 14 χρόνια είχε και το μαχαίρι και το πεπόνι, δεν υπήρχε υπολογίσιμη αντιπολίτευση, χειραγωγούσε τα μίντια, ήταν καθεστώς. Και ξαφνικά, πριν δύο χρόνια, ένα στέγαστρο στο σιδηροδρομικό σταθμό του Νόβισαντ έπεσε και σκότωσε 16 ανθρώπους, εξαιτίας της διαφθοράς και της αβελτηρίας στα δημόσια έργα. Για δύο χρόνια, λοιπόν, οι φοιτητές ήταν στους δρόμους, το κίνημα δε σταμάτησε ποτέ, ενώ τη φοιτητιώσα νεολαία πλαισίωσαν υγιείς δυνάμεις της κοινωνίας -από καθηγητές πανεπιστημίων και καλλιτέχνες ως τεχνοκράτες και αθλητές -ακόμη και ο Μποντίρογκα.
Και κάπως έτσι, η οργή για ένα δυστύχημα, κατέστη δημιουργική δύναμη πολιτικής ανατροπής – και μάλιστα, να το ξαναπούμε: ανατροπής ενός καθεστώτος.
Όλα λάθος
Σας θυμίζουν κάτι όλα αυτά; Και σ’ εμάς η τραγωδία των Τεμπών ανέδειξε την αβελτηρία και τη διαφθορά στα δημόσια έργα. Και οι δικοί μας κυβερνώντες προκάλεσαν τη νοημοσύνη μας: με τα μπαζώματα, τις μονταζιέρες, τις επιθετικές δηλώσεις υπουργών για τα μπαζώματα και τα μπάζα, τις επιθέσεις άλλων υπουργών σε χαροκαμένες μάνες. Κι εμείς γεμίσαμε τους δρόμους. Για την ακρίβεια, κάναμε τα μεγαλύτερα συλλαλητήρια της μεταπολίτευσης σε μία συγκυρία που τα πεζοδρόμια ήταν ντεμοντέ.
Μόνο που εδώ, δεν ήταν μόνο το αυθόρμητο κίνημα. Εδώ παρεισέφρησαν στο κίνημα και πολιτικάντες. Εδώ υπήρξαν άνθρωποι οι οποίοι δεν μπόρεσαν να κρύψουν ότι θέλουν απλώς να κάνουν καριέρα στην πολιτική – είτε γιατί έχασαν το έρμα και τα ζύγια τους μαζί με τα παιδιά τους, είτε γιατί πολιτικοί απατεώνες πήγαν και κόλλησαν δίπλα σ’ αυτούς και αυτές που έχασαν τα παιδιά τους.
Έτσι, ενώ ξεκινήσαμε βουλιάζοντας στο Σύνταγμα και τρομάζοντας μία πανίσχυρη ως τότε κυβέρνηση, βρεθήκαμε να μιλάμε για Σαμάνους, γερόντισσες του μυστικισμού, για το αν οι γυναίκες το 2026 έχουν δικαίωμα να ορίζουν το σώμα τους και για το εάν ο έλληνας πρωθυπουργός πρέπει να μιλάει με τον πρόεδρο της Τουρκίας.
Βέβαια τώρα, έχουμε ένα ειδικό δικαστήριο. Έχουμε μια δίκη όπου ακούγονται άγρια πράγματα. Και μπορεί σε λίγους μήνες να έχουμε ένα ακόμη ειδικό δικαστήριο. Όμως, τίποτα δεν θα είναι ίδιο πια. Η αξιοπιστία καταρρακώθηκε, κάποιοι από τους πρωταγωνιστές του κινήματος ξεγυμνώθηκαν, η ειλικρίνεια των προθέσεων ακυρώθηκε και κάπως έτσι το κίνημα εξαερώθηκε. Και από το βράδυ της Κυριακής, 25/10, μπορούμε να κοιτάζουμε στη Σερβία, για να διαπιστώσουμε με πίκρα βαθιά και απογοήτευση απροσμέτρητη, ότι τα πράγματα θα μπορούσαν να είχαν πάει και διαφορετικά.



