Γράφει ο Σάββας Παναγιωτίδης
Το Εθνικό Σύστημα Υγείας εξακολουθεί να στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στις αντοχές των ανθρώπων που εργάζονται σε αυτό. Εκατοντάδες κενές οργανικές θέσεις σε δημόσια νοσοκομεία, χειρουργικές αίθουσες που υπολειτουργούν, μονάδες που παραμένουν ανενεργές και ασθενείς που περιμένουν μήνες για μια επέμβαση συνθέτουν την καθημερινότητά του. Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα βρίσκεται στην πρώτη θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις ανεκπλήρωτες ανάγκες ιατρικής περίθαλψης, ενώ οι πολίτες καλύπτουν από την τσέπη τους ένα από τα υψηλότερα ποσοστά δαπανών υγείας στην Ευρώπη.
Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, ο υπουργός Υγείας Άδωνις Γεωργιάδης συνεχίζει τις περιοδείες και τα εγκαίνια ανακαινισμένων τμημάτων και νοσοκομειακών εγκαταστάσεων, με δημόσιους και ευρωπαϊκούς πόρους, προβάλλοντας τον εκσυγχρονισμό των υποδομών ως βασικό δείγμα της κυβερνητικής πολιτικής. Οι ανακαινίσεις, ωστόσο, δεν συνοδεύονται από την αναγκαία στελέχωση.
Υπάρχουν νοσοκομεία όπου σύγχρονος εξοπλισμός παραμένει εκτός λειτουργίας, χειρουργικές αίθουσες δεν αξιοποιούνται και ανακαινισμένα τμήματα εξακολουθούν να εξαρτώνται από υποστελεχωμένες κλινικές. Παράλληλα, το υπουργείο έχει θεσμοθετήσει τη δυνατότητα ιδιωτών γιατρών να χρησιμοποιούν, έναντι αποζημίωσης, τις εγκαταστάσεις και τον εξοπλισμό των δημόσιων νοσοκομείων για την παροχή υπηρεσιών, ακόμη και χειρουργικών επεμβάσεων επί πληρωμή.
Το ζήτημα δεν είναι αν χρειάζονται νέες υποδομές, αλλά γιατί αυτές δεν συνοδεύονται από το προσωπικό που απαιτείται για την πλήρη αξιοποίησή τους. Και κυρίως, ποιες προτεραιότητες υπηρετεί ένα σύστημα που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα πρόσβασης στη δημόσια περίθαλψη, ενώ ταυτόχρονα διευρύνει τις δυνατότητες ιδιωτικής δραστηριότητας στο εσωτερικό του.
Χιλιάδες κενές θέσεις και νοσηλευτικό προσωπικό κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο
Η υποστελέχωση αποτυπώνεται τόσο στις καταγραφές των εργαζομένων όσο και στις διεθνείς συγκρίσεις. Σύμφωνα με την έκθεση Country Health Profile 2025 του ΟΟΣΑ και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η Ελλάδα καταγράφει μόλις 3,8 νοσηλευτές ανά 1.000 κατοίκους, έναντι 8,5 στην ΕΕ. Η έκθεση διευκρινίζει ότι τα ελληνικά στοιχεία αφορούν κυρίως τους νοσηλευτές των δημόσιων νοσοκομείων, επομένως υποεκτιμούν το συνολικό διαθέσιμο προσωπικό. Παραμένουν, ωστόσο, ενδεικτικά των περιορισμών στη στελέχωση του δημόσιου νοσοκομειακού συστήματος.
Την ίδια στιγμή, η χώρα εμφανίζει μεγάλη παραγωγή νέων νοσηλευτών, με 100,6 αποφοίτους ανά 100.000 κατοίκους το 2023, έναντι 38,6 στην ΕΕ. Παρ’ όλα αυτά, η έκθεση επισημαίνει ότι ο δημόσιος τομέας δεν κατορθώνει να αξιοποιήσει επαρκώς το διαθέσιμο νοσηλευτικό δυναμικό, ενώ παραμένουν προβλήματα στην επαγγελματική εξέλιξη και την προσέλκυση εξειδικευμένου προσωπικού.
Στη Θεσσαλονίκη, η έρευνα της ΠΟΕΔΗΝ τον Σεπτέμβριο του 2026 κατέγραψε 439 κενές οργανικές θέσεις στο Ιπποκράτειο και 581 στο ΑΧΕΠΑ. Μόνο σε αυτά τα δύο νοσοκομεία οι κενές θέσεις φτάνουν τις 1.020. Στο Παπαγεωργίου καταγράφονται 52 κενές οργανικές θέσεις γιατρών και 351 θέσεις λοιπού προσωπικού, ενώ στο Θεαγένειο παραμένουν κενές 141 από τις 391 οργανικές θέσεις νοσηλευτών.
Αντίστοιχα, στο νοσοκομείο Σερρών η ίδια έρευνα εντόπισε 85 κενές θέσεις ιατρικού προσωπικού και 372 θέσεις νοσηλευτικού και λοιπού προσωπικού. Στο νοσοκομείο Κατερίνης, οι κενές θέσεις ανέρχονταν σε 47 γιατρούς και 100 νοσηλευτές.
Από τα ράντζα της Αττικής στις ελλείψεις της περιφέρειας
Τα προβλήματα δεν περιορίζονται στη Βόρεια Ελλάδα. Στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο «Αττικόν», το Σωματείο Εργαζομένων «Αναγέννηση» κατέγραψε, από τις 3 Σεπτεμβρίου έως τις 13 Οκτωβρίου 2026, συνολικά 7.700 προσελεύσεις και 2.000 εισαγωγές σε 11 γενικές εφημερίες. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Σωματείου, 1.300 ασθενείς νοσηλεύτηκαν σε ράντζα στους διαδρόμους μέσα σε περίπου 40 ημέρες, ενώ μετά από κάθε γενική εφημερία παρέμεναν 100 έως 140 ράντζα. Οι εργαζόμενοι κατήγγειλαν ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δύο ή τρεις νοσηλευτές αναλάμβαναν τη φροντίδα 50 ασθενών και ζήτησαν την άμεση πρόσληψη 130 επιπλέον νοσηλευτών.
Στον Ευαγγελισμό, η ΕΙΝΑΠ είχε προειδοποιήσει ήδη από τον Μάιο του 2026 για σοβαρά προβλήματα λειτουργίας της Πνευμονολογικής Κλινικής λόγω ελλείψεων ειδικευμένων και ειδικευόμενων γιατρών, με αποτέλεσμα να δυσχεραίνεται η ασφαλής κάλυψη των εφημεριών.
Στο νοσοκομείο Λαμίας, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιοποίησε η Ένωση Νοσοκομειακών Ιατρών τον Αύγουστο του 2026, υπηρετούσαν 98 γιατροί, έναντι 163 που προβλέπει ο οργανισμός του νοσοκομείου. Από αυτούς, οι 91 ήταν μόνιμοι ή επικουρικοί και οι επτά εργάζονταν με καθεστώς παροχής υπηρεσιών. Το 2019 ο συνολικός αριθμός έφτανε τους 110. Στην Πνευμονολογική Κλινική υπηρετούσε μόλις ένας γιατρός του ΕΣΥ, έναντι έξι το 2019, ενώ η Ουρολογική λειτουργούσε με δύο ιδιώτες γιατρούς.
Στη Δυτική Ελλάδα, ο Ιατρικός Σύλλογος Πατρών κατήγγειλε τον Σεπτέμβριο του 2026 τις συνεχείς μετακινήσεις γιατρών από νοσοκομειακές μονάδες και δομές της Πάτρας προς το νοσοκομείο Αργοστολίου. Όπως επισήμανε, η κάλυψη των ελλείψεων μιας περιοχής με μετακινήσεις προσωπικού από άλλες υποστελεχωμένες δομές μεταφέρει το πρόβλημα, επιβαρύνει τα προγράμματα εφημεριών και δεν αποτελεί βιώσιμη λύση.
Κρήτη και νησιά: Κλειστές μονάδες και αναξιοποίητος εξοπλισμός
Η μεγάλη έρευνα της ΠΟΕΔΗΝ, που δημοσιεύθηκε τον Μάιο του 2026 και περιλαμβάνει 38 υγειονομικές μονάδες στην Κρήτη, τα νησιά του Αιγαίου και τα Ιόνια Νησιά, αποτυπώνει ακόμη μεγαλύτερες δυσκολίες στις απομακρυσμένες περιοχές.
Στο Βενιζέλειο Νοσοκομείο Ηρακλείου καταγράφονταν 183 ακάλυπτες οργανικές θέσεις. Από τις οκτώ χειρουργικές αίθουσες, οι τρεις παρέμεναν κλειστές, όπως και τρεις από τις 15 κλίνες ΜΕΘ.
Στο νοσοκομείο Χανίων, οι ελλείψεις έφταναν, σύμφωνα με την ΠΟΕΔΗΝ, το 40% έως 45% των οργανικών θέσεων. Η Πνευμονολογική Κλινική είχε κλείσει και τα περιστατικά μεταφέρθηκαν στην Α΄ Παθολογική, ενώ από τα επτά χειρουργικά τραπέζια λειτουργούσαν μόλις τρία.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του νοσοκομείου Αγίου Νικολάου. Το προσωπικό του μειώθηκε από 461 εργαζομένους το 2022 σε 374 το 2026, μια απώλεια 87 ανθρώπων μέσα σε τέσσερα χρόνια. Σύμφωνα με την ΠΟΕΔΗΝ, στους εργαζομένους οφείλονταν περισσότερες από 18.000 ημέρες αδειών και ρεπό, με εκκρεμότητες ακόμη και από το 2019. Οι διαθέσιμες κλίνες ΜΕΘ είχαν περιοριστεί από έξι σε τέσσερις.
Στη Ρόδο, η καταγραφή της Ομοσπονδίας ανέφερε περίπου 220 κενές οργανικές θέσεις και 15.686 οφειλόμενα ρεπό στο νοσηλευτικό προσωπικό. Από τις επτά χειρουργικές αίθουσες λειτουργούσαν μόλις δύο, ενώ ο σύγχρονος ψηφιακός μαστογράφος παρέμενε ανενεργός λόγω έλλειψης γιατρού. Ο μαγνητικός τομογράφος τελευταίας τεχνολογίας λειτουργούσε μόλις μία φορά την εβδομάδα.
Στη Λήμνο, η ΠΟΕΔΗΝ κατέγραφε τον Μάιο έλλειψη αναισθησιολόγου, ουρολόγου και γαστρεντερολόγου. Παράλληλα, η υπάρχουσα ΜΕΘ δεν είχε λειτουργήσει ποτέ λόγω έλλειψης προσωπικού. Δύο μήνες αργότερα, στις 29 Ιουλίου, ο υπουργός Υγείας επισκέφθηκε το νοσοκομείο για τα εγκαίνια του νέου Τμήματος Επειγόντων Περιστατικών.
Στη Σάμο δεν υπηρετούσε παθολόγος, παρά τις πέντε προβλεπόμενες οργανικές θέσεις, ενώ υπήρχε ένας καρδιολόγος για τέσσερις θέσεις. Στη Σύρο, το Παθολογοανατομικό Τμήμα δεν λειτουργούσε λόγω έλλειψης παθολογοανατόμου και δεν υπήρχε νευρολόγος, με αποτέλεσμα το νοσοκομείο να συνεργάζεται με ιδιωτική εταιρεία.
Χειρουργεία που δεν λειτουργούν και ασθενείς σε πολύμηνη αναμονή
Η έλλειψη προσωπικού περιορίζει και τη δυνατότητα αξιοποίησης των χειρουργικών εγκαταστάσεων. Τον Ιανουάριο του 2026, ο πρόεδρος της ΠΟΕΔΗΝ Μιχάλης Γιαννάκος εκτιμούσε ότι από περίπου 1.000 ανεπτυγμένες χειρουργικές αίθουσες σε ολόκληρη τη χώρα λειτουργούσαν περίπου 600. Σύμφωνα με την εκτίμηση της Ομοσπονδίας, περίπου το 40% των εγκαταστάσεων παρέμενε εκτός λειτουργίας, κυρίως εξαιτίας ελλείψεων αναισθησιολόγων και νοσηλευτικού προσωπικού.
Στο ΑΧΕΠΑ, τον Σεπτέμβριο του 2026, οι ασθενείς περίμεναν περίπου τέσσερις μήνες για χειρουργική επέμβαση, ενώ λειτουργούσαν μόλις πέντε από τις δέκα βασικές χειρουργικές αίθουσες.
Στο νοσοκομείο Κιλκίς οι αναμονές κυμαίνονταν από έξι έως οκτώ μήνες, ανάλογα με το περιστατικό, και σε πλήρη λειτουργία βρίσκονταν τέσσερις από τις έξι χειρουργικές αίθουσες. Στο Αναισθησιολογικό υπηρετούσαν δύο μόνιμοι γιατροί, ενώ προβλέπονταν επτά θέσεις.
Στο Παπαγεωργίου Θεσσαλονίκης παρέμεναν σε λίστα αναμονής 4.000 ασθενείς, στο νοσοκομείο Άγιος Δημήτριος 2.100, στο Γεννηματάς Θεσσαλονίκης 1.200 και στο νοσοκομείο Σερρών 992.
Στα Γιαννιτσά, όπου ο Άδωνις Γεωργιάδης εγκαινίασε το ανακαινισμένο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών τον Μάιο του 2026, η έρευνα της ΠΟΕΔΗΝ τον Σεπτέμβριο κατέγραψε 87 κενές οργανικές θέσεις σε σύνολο 388. Δύο από τις τέσσερις χειρουργικές αίθουσες παρέμεναν κλειστές λόγω ελλείψεων σε αναισθησιολόγους και νοσηλευτές, ενώ το νέο ΤΕΠ δεν είχε στελεχωθεί με όλο το αναγκαίο μόνιμο προσωπικό.
Οι ελλείψεις δεν περιορίζονται στις χειρουργικές αίθουσες. Στο Κιλκίς, ο ψηφιακός μαστογράφος που αποκτήθηκε το 2020 εξακολουθούσε να μη λειτουργεί τον Σεπτέμβριο του 2026. Εκτός λειτουργίας βρίσκονταν επίσης ο αξονικός τομογράφος, το σύγχρονο Διαβητολογικό Ιατρείο, η Ενδοσκοπική Μονάδα και η ΜΕΘ πέντε κλινών, εξαιτίας ελλείψεων στις απαραίτητες ειδικότητες.
Εξαντλημένοι υγειονομικοί, χιλιάδες οφειλόμενα ρεπό
Οι συνέπειες της υποστελέχωσης αποτυπώνονται και στην υγεία των εργαζομένων. Επιστημονική μελέτη που δημοσιεύθηκε τον Ιανουάριο του 2025 στο περιοδικό AIMS Public Health, με συμμετοχή 1.092 νοσηλευτών στην Ελλάδα, διαπίστωσε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα εργασιακής επιβάρυνσης.
Συγκεκριμένα, το 80,9% των συμμετεχόντων εργαζόταν σε υποστελεχωμένο τμήμα, ενώ το 50,2% εμφάνισε υψηλή πρόθεση αποχώρησης από την εργασία. Η μέση βαθμολογία επαγγελματικής εξουθένωσης έφτασε το 7,5 σε κλίμακα από το 0 έως το 10. Οι ερευνητές διαπίστωσαν στατιστικά σημαντική σχέση ανάμεσα στον αυξημένο φόρτο εργασίας, την επαγγελματική εξουθένωση και την πρόθεση αποχώρησης. Τα αποτελέσματα αφορούν το συγκεκριμένο δείγμα και δεν αποτελούν ποσοστά για το σύνολο των νοσηλευτών της χώρας.
Στην Πνευμονολογική Κλινική του Ευαγγελισμού, η ΕΙΝΑΠ κατήγγειλε ότι η εντατικοποίηση της εργασίας και η αδυναμία χορήγησης των προβλεπόμενων ρεπό και αδειών οδηγούσαν εργαζομένους σε εξουθένωση και παραιτήσεις.
Στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ηρακλείου, η ΠΟΕΔΗΝ κατέγραφε χιλιάδες οφειλόμενα ρεπό και άδειες στο νοσηλευτικό προσωπικό. Αντίστοιχες εκκρεμότητες αναφέρθηκαν στα νοσοκομεία Μυτιλήνης και Κυθήρων, με οφειλόμενες άδειες ήδη από το 2024.
Πρωτιά στις ανεκπλήρωτες ανάγκες περίθαλψης στην ΕΕ
Η πρόσβαση των πολιτών στις υπηρεσίες υγείας αποτυπώνεται στα στοιχεία της Eurostat. Το 2025, το 11,5% του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω στην Ελλάδα δήλωσε ότι δεν κατάφερε να πραγματοποιήσει αναγκαία ιατρική εξέταση ή θεραπεία, λόγω οικονομικού κόστους, μεγάλης απόστασης ή χρόνου αναμονής. Ο αντίστοιχος μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν μόλις 2,4%.
Η έκδοση Key Figures on European Living Conditions 2026 της Eurostat αποκαλύπτει επίσης ότι και οι 13 ελληνικές περιφέρειες εμφάνισαν υψηλότερα ποσοστά ανεκπλήρωτων αναγκών ιατρικής εξέτασης από οποιαδήποτε άλλη περιφέρεια της ΕΕ. Τα ποσοστά κυμαίνονταν από 9,1% στο Νότιο Αιγαίο έως 13,4% στο Βόρειο Αιγαίο, ενώ η υψηλότερη τιμή εκτός Ελλάδας ήταν 9% σε περιφέρεια της Φινλανδίας.
Οι κοινωνικές ανισότητες είναι ακόμη πιο έντονες. Στην έκθεση Country Health Profile 2025, με βάση στοιχεία του 2024 και δείκτη που αφορά όσους είχαν δηλώσει ανάγκη περίθαλψης, καταγράφεται ότι το 32,3% των ατόμων που βρίσκονταν σε κίνδυνο φτώχειας στην Ελλάδα δεν κατάφερε να καλύψει τις ιατρικές του ανάγκες, έναντι 6% στην ΕΕ.
Η ίδια έκθεση διαπίστωσε ότι το 27,1% των ατόμων που χρειάζονταν οδοντιατρική περίθαλψη αντιμετώπισε ανεκπλήρωτες ανάγκες, ενώ στους πολίτες που βρίσκονταν σε κίνδυνο φτώχειας το ποσοστό έφτανε το 52,8%.
Δημόσια περίθαλψη με μεγάλο ιδιωτικό κόστος
Η χρηματοδότηση της υγείας αποτελεί έναν ακόμη κρίσιμο δείκτη. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το 2023 η Ελλάδα διέθεσε για την υγεία συνολικά 2.191 ευρώ ανά κάτοικο σε μονάδες αγοραστικής δύναμης, έναντι 3.832 ευρώ στην ΕΕ.
Ακόμη μεγαλύτερη είναι η διαφορά στη δημόσια κάλυψη. Η κρατική χρηματοδότηση και τα υποχρεωτικά ασφαλιστικά συστήματα κάλυπταν το 60,9% των συνολικών δαπανών υγείας στην Ελλάδα, έναντι 80% στην ΕΕ.
Αντίθετα, οι απευθείας πληρωμές των πολιτών αντιστοιχούσαν στο 34,4% των δαπανών υγείας, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος ήταν 15,5%.
Η διαφορά αφορά και βασικές υπηρεσίες: η δημόσια και υποχρεωτική ασφαλιστική χρηματοδότηση κάλυπτε το 63% της νοσοκομειακής περίθαλψης στην Ελλάδα, έναντι 91% στην ΕΕ, και το 62% της εξωνοσοκομειακής ιατρικής περίθαλψης, έναντι 77%.
Το 2023, το 9,5% των ελληνικών νοικοκυριών αντιμετώπισε καταστροφικές δαπάνες υγείας, έναντι 6,4% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Πρόκειται για δαπάνες που απορροφούν δυσανάλογα μεγάλο μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος, με ιδιαίτερα σοβαρές επιπτώσεις στα οικονομικά ασθενέστερα νοικοκυριά.
Οι δημόσιες υποδομές ανοίγουν στην ιδιωτική δραστηριότητα
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η κυβέρνηση έχει προχωρήσει στη θεσμοθέτηση της συνεργασίας ιδιωτών γιατρών με τα δημόσια νοσοκομεία.
Με την Κοινή Υπουργική Απόφαση Γ2α/οικ.35764/2025, που δημοσιεύθηκε τον Αύγουστο του 2025, ιδιώτες γιατροί μπορούν, υπό προϋποθέσεις και έπειτα από σχετική έγκριση, να χρησιμοποιούν τον εξοπλισμό και τις εγκαταστάσεις δημόσιων νοσοκομείων για ιατρικές επισκέψεις, διαγνωστικές πράξεις και χειρουργικές επεμβάσεις πέραν του τακτικού ωραρίου.
Για τη χρήση των δημόσιων υποδομών και του εξοπλισμού προβλέπεται αποζημίωση του νοσοκομείου, ίση με επιπλέον 20% επί των ποσών αποζημίωσης που ορίζονται κατά περίπτωση. Για συγκεκριμένες ιατρικές επισκέψεις και χειρουργικές επεμβάσεις, η αμοιβή του ιδιώτη γιατρού καταβάλλεται από τον ασθενή μέσω του νοσοκομείου, ενώ για άλλες διαγνωστικές και θεραπευτικές πράξεις προβλέπεται αποζημίωση από τον ασφαλιστικό φορέα.
Η δυνατότητα αυτή θεσμοθετείται την ώρα που οι έρευνες των εργαζομένων καταγράφουν αχρησιμοποίητες εγκαταστάσεις και περιορισμένη λειτουργία δημόσιων υπηρεσιών εξαιτίας της υποστελέχωσης. Εγείρεται επομένως ένα ουσιαστικό ζήτημα προτεραιοτήτων: η αξιοποίηση των διαθέσιμων υποδομών για την κάλυψη των αναγκών των ασθενών του ΕΣΥ προϋποθέτει πρώτα απ’ όλα επαρκές μόνιμο προσωπικό και πλήρη λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών.
Οι ανακαινίσεις, ο σύγχρονος εξοπλισμός και οι νέες εγκαταστάσεις είναι αναγκαία στοιχεία ενός συστήματος υγείας. Δεν αρκούν όμως όταν νοσοκομεία υπολειτουργούν, εργαζόμενοι συσσωρεύουν χιλιάδες οφειλόμενα ρεπό και ασθενείς αναγκάζονται να περιμένουν μήνες ή να πληρώνουν για υπηρεσίες που δεν μπορούν να εξασφαλίσουν εγκαίρως.
Η πραγματική κατάσταση του ΕΣΥ δεν αποτυπώνεται στις τελετές εγκαινίων, αλλά στην καθημερινή δυνατότητα των δημόσιων νοσοκομείων να παρέχουν έγκαιρη, επαρκή και οικονομικά προσβάσιμη περίθαλψη.






