Μια γενιά που μεγάλωσε ακούγοντας ότι η μόρφωση, η εργασία και η προσωπική προσπάθεια αποτελούν τον δρόμο προς μια καλύτερη ζωή, βρίσκεται αντιμέτωπη με μια πολύ διαφορετική πραγματικότητα. Οι μισθοί δυσκολεύονται να καλύψουν τις βασικές ανάγκες, τα ενοίκια απορροφούν ολοένα μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος και η ανεξαρτητοποίηση από την οικογένεια μετατίθεται διαρκώς για αργότερα.
Η δυσαρέσκεια αυτή δεν περιορίζεται πλέον στις συζητήσεις και στα κοινωνικά δίκτυα. Από τη Γαλλία και την Ισπανία μέχρι την Ιταλία, την Αλβανία και την Ελλάδα, χιλιάδες νέοι συμμετέχουν σε κινητοποιήσεις που φέρνουν ξανά στο προσκήνιο ζητήματα κοινωνικής δικαιοσύνης, δημόσιας εκπαίδευσης και αξιοπρεπούς διαβίωσης.
Σύμφωνα με καταγραφή της ισπανικής El País, από τις 15 Σεπτεμβρίου έως τις 23 Οκτωβρίου πραγματοποιήθηκαν τουλάχιστον 177 κινητοποιήσεις σε 12 ευρωπαϊκές χώρες. Πρόκειται για διαφορετικά κινήματα, με τις δικές τους αφετηρίες και διεκδικήσεις, τα οποία όμως συναντιούνται σε μια κοινή διαπίστωση: για σημαντικό μέρος της νέας γενιάς, η οικονομική πρόοδος δεν μεταφράζεται απαραίτητα σε βελτίωση των συνθηκών ζωής.
Η οργή που ξεχύθηκε από τα σχολεία, έπνιξε τους δρόμους
Στη Γαλλία, η δυσαρέσκεια εκδηλώθηκε αρχικά μέσα από τις κινητοποιήσεις μαθητών και εκπαιδευτικών για τις ελλείψεις προσωπικού, τις υπερφορτωμένες σχολικές αίθουσες και τις συνθήκες στη δημόσια εκπαίδευση. Σταδιακά, όμως, οι διαμαρτυρίες απέκτησαν ευρύτερο χαρακτήρα, καθώς τα αιτήματα για καλύτερα σχολεία συνδέθηκαν με τις χαμηλές αποδοχές, την ακρίβεια και τη συνεχή πίεση στις δημόσιες υπηρεσίες.
Στις 17 Οκτωβρίου, μεταξύ 550.000 και 800.000 άνθρωποι συμμετείχαν σε διαδηλώσεις σε ολόκληρη τη χώρα, σύμφωνα με τις διαφορετικές εκτιμήσεις των αρχών και των διοργανωτών. Η μαζικότητα των συγκεντρώσεων ανέδειξε ότι η δυσαρέσκεια δεν αφορά αποκλειστικά τη νεολαία, αλλά αγγίζει ευρύτερα κοινωνικά στρώματα που βλέπουν την αγοραστική τους δύναμη να περιορίζεται.
Οι περισσότερες πορείες πραγματοποιήθηκαν ειρηνικά, ωστόσο σε αρκετές πόλεις σημειώθηκαν σοβαρά επεισόδια και συγκρούσεις με την αστυνομία. Στη Λιμόζ, η πυρπόληση του ιστορικού δημαρχείου και η κατάρρευση τμήματος της οροφής του αποτέλεσαν μία από τις πιο χαρακτηριστικές εικόνες των ταραχών. Παράλληλα, καταγγελίες για υπέρμετρη χρήση αστυνομικής βίας επανέφεραν στο προσκήνιο τη συζήτηση για τον τρόπο αντιμετώπισης των κοινωνικών κινητοποιήσεων.
Η γαλλική κυβέρνηση επικεντρώνεται στην αποκατάσταση της δημόσιας τάξης και στην αποτροπή νέων επεισοδίων. Από την άλλη πλευρά, συνδικαλιστικές οργανώσεις υποστηρίζουν ότι η αστυνομική αντιμετώπιση της κρίσης δεν μπορεί να υποκαταστήσει την πολιτική απάντηση στα αιτήματα των διαδηλωτών.
Η αντιπαράθεση αυτή αναδεικνύει ένα βαθύτερο πρόβλημα. Όταν οι κινητοποιήσεις αντιμετωπίζονται κυρίως ως ζήτημα ασφάλειας, υπάρχει ο κίνδυνος να περάσουν σε δεύτερη μοίρα οι κοινωνικές συνθήκες που τις προκάλεσαν.
Η ένταση αποτυπώνεται και στις σχέσεις κυβέρνησης και συνδικάτων. Μετά τη συνάντηση με τον πρωθυπουργό Σεμπαστιάν Λεκορνί στις 21 Οκτωβρίου, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις εξέφρασαν την απογοήτευσή τους για την απουσία συγκεκριμένων δεσμεύσεων. Η CGT και άλλες οργανώσεις έχουν καλέσει σε νέα πανεθνική κινητοποίηση στις 5 Νοεμβρίου, διεκδικώντας αυξήσεις μισθών και μεγαλύτερη χρηματοδότηση των δημόσιων υπηρεσιών.
Η συνάντηση των μαθητικών κινητοποιήσεων με τις εργατικές διεκδικήσεις είναι ίσως η σημαντικότερη εξέλιξη. Η νέα γενιά διαμαρτύρεται για την εκπαίδευση που λαμβάνει, ενώ οι μεγαλύτεροι για τις συνθήκες στις οποίες εργάζονται και ζουν. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για δύο πλευρές του ίδιου προβλήματος: μια οικονομία που δυσκολεύεται να εξασφαλίσει αξιοπρεπείς συνθήκες τόσο στους σημερινούς εργαζομένους όσο και σε εκείνους που ετοιμάζονται να μπουν στην αγορά εργασίας.
Tο δικαίωμα στη στέγη έγινε αιτία σύγκρουσης
Στην Ισπανία, η στεγαστική κρίση έχει εξελιχθεί σε ένα από τα σημαντικότερα κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα. Η περίπτωση της 87χρονης Μαρικάρμεν Αμπασκάλ, που εκδιώχθηκε στις 23 Σεπτεμβρίου από το σπίτι όπου ζούσε επί 71 χρόνια, έγινε σύμβολο μιας πραγματικότητας που ξεπερνά τα όρια μιας προσωπικής ιστορίας.
Το ακίνητο είχε περάσει σε εταιρεία επενδύσεων, ενώ το ζητούμενο ενοίκιο είχε αυξηθεί, σύμφωνα με τα σχετικά ρεπορτάζ, από 500 σε 2.650 ευρώ. Η ηλικιωμένη απομακρύνθηκε με φορείο και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, όπου παρέμεινε μέχρι τον θάνατό της στις 7 Οκτωβρίου. Δεν έχει τεκμηριωθεί ότι η έξωση προκάλεσε ιατρικά τον θάνατό της, όμως οι συνθήκες της υπόθεσης προκάλεσαν έντονες κοινωνικές και πολιτικές αντιδράσεις.
Η ιστορία της κινητοποίησε χιλιάδες ανθρώπους στη Μαδρίτη και σε άλλες ισπανικές πόλεις. Το ζήτημα δεν ήταν πλέον μόνο η προστασία μιας ηλικιωμένης ενοικιάστριας, αλλά το κατά πόσο η κατοικία μπορεί να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως επενδυτικό αγαθό, ανεξάρτητα από τις κοινωνικές συνέπειες.
Η αντίθεση είναι εμφανής. Από τη μία πλευρά, τα ακίνητα αποτελούν περιουσιακά στοιχεία που αποφέρουν αποδόσεις στους ιδιοκτήτες και στους επενδυτές. Από την άλλη, για όσους δεν διαθέτουν ιδιόκτητη κατοικία, η συνεχής αύξηση των ενοικίων περιορίζει το διαθέσιμο εισόδημα και δυσκολεύει την κάλυψη ακόμη και βασικών αναγκών.
Αυτή η σύγκρουση γίνεται ιδιαίτερα έντονη για τους νεότερους εργαζομένους, οι οποίοι καλούνται να ξεκινήσουν την επαγγελματική τους ζωή σε μια αγορά κατοικίας όπου οι τιμές έχουν απομακρυνθεί σημαντικά από τις οικονομικές τους δυνατότητες.
Οι κινητοποιήσεις έχουν πλέον συνδεθεί και με το εργατικό κίνημα. Με πρωτοβουλία οργανώσεων ενοικιαστών και τη συμμετοχή των μεγάλων συνδικάτων UGT και CCOO, καθώς και άλλων εργατικών οργανώσεων, έχει προκηρυχθεί γενική απεργία για τις 11 Νοεμβρίου.
Το γεγονός ότι μια γενική απεργία οργανώνεται με κεντρικό αίτημα τη στέγαση έχει ιδιαίτερη σημασία. Δείχνει ότι το πρόβλημα του ενοικίου δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως ξεχωριστό ζήτημα από εκείνο των μισθών και των εργασιακών δικαιωμάτων.
Γιατί η πραγματική αξία ενός μισθού δεν καθορίζεται μόνο από το ποσό που αναγράφεται στη σύμβαση εργασίας. Καθορίζεται και από όσα απομένουν στον εργαζόμενο αφού πληρώσει ενοίκιο, λογαριασμούς, μετακινήσεις και τρόφιμα.
Όταν το κόστος της στέγασης αυξάνεται ταχύτερα από το εισόδημα, ακόμη και μια μισθολογική αύξηση μπορεί να μην αρκεί για τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου. Έτσι, ένα σημαντικό μέρος της αξίας που παράγει η εργασία καταλήγει να κατευθύνεται στην κάλυψη του στεγαστικού κόστους.
Η ισπανική περίπτωση αναδεικνύει επομένως κάτι περισσότερο από μια κρίση ακριβών ενοικίων: τη δυσκολία μιας ολόκληρης γενιάς να αποκτήσει οικονομική αυτονομία, ακόμη κι όταν εργάζεται κανονικά.
Διαφορετικές αφορμές, κοινά αδιέξοδα
Το κύμα των κινητοποιήσεων δεν έχει την ίδια μορφή σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες. Οι κοινωνικές συνθήκες, οι πολιτικές εξελίξεις και τα αιτήματα διαφοροποιούνται σημαντικά, όμως πίσω από πολλές διαμαρτυρίες βρίσκεται η αίσθηση ότι οι θεσμοί δεν ανταποκρίνονται επαρκώς στις ανάγκες των νεότερων πολιτών.
Στην Ιταλία, οι κινητοποιήσεις επικεντρώνονται στους μισθούς, τη χρηματοδότηση της δημόσιας υγείας και της εκπαίδευσης, αλλά και στις προτεραιότητες της οικονομικής πολιτικής. Η CGIL έχει προκηρύξει γενική απεργία για τις 20 Νοεμβρίου, ζητώντας ουσιαστικές παρεμβάσεις υπέρ των εργαζομένων και μεγαλύτερη ενίσχυση των δημόσιων υπηρεσιών.
Στην Αλβανία, η διαμαρτυρία πήρε πιο άμεσα αντικυβερνητικά χαρακτηριστικά. Οι φοιτητές ξεκίνησαν διεκδικώντας καλύτερες συνθήκες σπουδών και μεγαλύτερη οικονομική στήριξη, όμως οι κινητοποιήσεις επεκτάθηκαν σε καταγγελίες για διαφθορά, έλλειψη επαγγελματικών προοπτικών και αμφισβήτηση της κυβέρνησης του Έντι Ράμα. Οι συγκρούσεις στα Τίρανα, που περιλάμβαναν επιθέσεις σε δημόσια κτίρια και χρήση δακρυγόνων από την αστυνομία, ανέδειξαν την ένταση της πολιτικής αντιπαράθεσης.
Στη Σερβία, το φοιτητικό κίνημα έχει διαφορετική αφετηρία. Η κατάρρευση στεγάστρου στον σιδηροδρομικό σταθμό του Νόβι Σαντ το 2024, που στοίχισε τη ζωή σε 16 ανθρώπους, εξελίχθηκε σε σύμβολο των καταγγελιών για διαφθορά, πλημμελείς ελέγχους και έλλειψη λογοδοσίας. Σχεδόν δύο χρόνια αργότερα, οι κινητοποιήσεις έχουν αποκτήσει ευρύτερη πολιτική επιρροή.
Η ελληνική πραγματικότητα δεν απέχει από αυτές τις ανησυχίες, παρότι οι συνθήκες και η ένταση των κινητοποιήσεων διαφέρουν. Στις 21 Οκτωβρίου, χιλιάδες μαθητές, φοιτητές και εκπαιδευτικοί διαδήλωσαν στην Αθήνα, ενώ συγκεντρώσεις πραγματοποιήθηκαν και σε άλλες πόλεις.
Στο επίκεντρο βρέθηκαν οι ελλείψεις στην εκπαίδευση, οι αποδοχές των εκπαιδευτικών και το ιδιαίτερα υψηλό κόστος της φοιτητικής στέγασης. Η παρουσία σκηνών στην πλατεία Συντάγματος, στο πλαίσιο των κινητοποιήσεων για τα ενοίκια, ανέδειξε ένα πρόβλημα που για χιλιάδες οικογένειες καθορίζει ακόμη και τη δυνατότητα των παιδιών τους να σπουδάσουν μακριά από το σπίτι.
Τα επίσημα στοιχεία αποτυπώνουν τη δυσκολία. Σύμφωνα με τη Eurostat, το 2025 το 26,9% των νέων ηλικίας 15 έως 29 ετών στην Ευρωπαϊκή Ένωση ζούσε σε υπερπλήρεις κατοικίες. Στην Ελλάδα το αντίστοιχο ποσοστό έφτανε το 48,4%. Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η ηλικία αποχώρησης από το πατρικό σπίτι. Το 2025, ο ευρωπαϊκός μέσος όρος διαμορφωνόταν στα 26,3 έτη, ενώ στην Ελλάδα στα 30,9.
Τα στοιχεία δεν σημαίνουν ότι κάθε νέος που ζει με τους γονείς του αντιμετωπίζει οικονομική δυσκολία. Δείχνουν όμως ότι σε χώρες όπως η Ελλάδα, η Ισπανία και η Ιταλία, η οικονομική ανεξαρτητοποίηση καθυστερεί σημαντικά.
Κι αυτό επηρεάζει πολύ περισσότερα από τη δυνατότητα ενοικίασης μιας κατοικίας. Επηρεάζει τις προσωπικές σχέσεις, τη δημιουργία οικογένειας, την επιλογή εργασίας, ακόμη και τη δυνατότητα ενός νέου ανθρώπου να αρνηθεί μια κακοπληρωμένη θέση.
Όταν η οικονομική αυτονομία γίνεται δυσκολότερη, περιορίζονται και οι πραγματικές επιλογές του ατόμου. Η στεγαστική κρίση, επομένως, δεν είναι μόνο ζήτημα τιμών. Είναι και ζήτημα ελευθερίας, προοπτικής και κοινωνικής κινητικότητας.
Μια γενιά που δεν αρκείται πλέον στις υποσχέσεις
Οι συγκρίσεις με τον Μάη του 1968 και τους «Αγανακτισμένους» του 2011 είναι αναπόφευκτες. Κάθε περίοδος, άλλωστε, έχει τις δικές της κοινωνικές αντιφάσεις και τους δικούς της τρόπους να τις εκφράζει. Αυτό που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στις σημερινές κινητοποιήσεις είναι ότι διαφορετικές διεκδικήσεις αρχίζουν να συναντιούνται στους δρόμους. Η στεγαστική κρίση, οι χαμηλοί μισθοί, η υποβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών και η αβεβαιότητα για το μέλλον δεν αντιμετωπίζονται πλέον ως ανεξάρτητα προβλήματα.
Για ένα σημαντικό κομμάτι της Gen Z, η πραγματικότητα διαψεύδει όσα επί χρόνια παρουσιάζονταν ως αυτονόητα. Η μόρφωση δεν εξασφαλίζει επαγγελματική αποκατάσταση, η εργασία δεν εγγυάται οικονομική ανεξαρτησία και η αύξηση της παραγωγικότητας δεν συνεπάγεται απαραίτητα καλύτερες συνθήκες ζωής. Την ίδια στιγμή, η κατοικία αντιμετωπίζεται ολοένα περισσότερο ως επενδυτικό αγαθό, ακόμη κι όταν η πρόσβαση σε αυτήν γίνεται απαγορευτική για μεγάλο μέρος των εργαζομένων.
Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι η δυσαρέσκεια αυτή αρχίζει να αποκτά συλλογική έκφραση. Η συνεργασία οργανώσεων ενοικιαστών με εργατικά συνδικάτα στην Ισπανία, η συνάντηση μαθητών και εργαζομένων στη Γαλλία και οι κινητοποιήσεις φοιτητών σε διαφορετικές ευρωπαϊκές χώρες δείχνουν πως κοινωνικές ομάδες με διαφορετικές αφετηρίες μπορούν να αναγνωρίσουν κοινά συμφέροντα. Η μάχη για τη στέγη δεν είναι άσχετη με εκείνη για τον μισθό, όπως και η υπεράσπιση της δημόσιας εκπαίδευσης δεν μπορεί να διαχωριστεί από τη διεκδίκηση ίσων ευκαιριών.
Αυτή η εξέλιξη δημιουργεί και μια σοβαρή πρόκληση για τα παραδοσιακά πολιτικά κόμματα και τις συνδικαλιστικές ηγεσίες. Δεν αρκεί πλέον να εκπροσωπούν τυπικά τους εργαζομένους ή να περιορίζονται σε αποσπασματικές διεκδικήσεις. Καλούνται να απαντήσουν σε προβλήματα που αφορούν συνολικά τη δυνατότητα αξιοπρεπούς διαβίωσης. Διαφορετικά, κινδυνεύουν να βρεθούν πίσω από κοινωνικές διεργασίες που αναπτύσσονται χωρίς να περιμένουν την καθοδήγησή τους.
Ασφαλώς, οι μαζικές διαδηλώσεις δεν εξασφαλίζουν από μόνες τους πολιτικές αλλαγές. Η ιστορία έχει δείξει ότι η αγανάκτηση μπορεί να εκτονωθεί, να διασπαστεί ή ακόμη και να αξιοποιηθεί από δυνάμεις που βρίσκονται μακριά από τα αρχικά αιτήματα των κινητοποιήσεων. Η ουσιαστική πρόκληση για αυτά τα κινήματα βρίσκεται στη διάρκεια, στην οργάνωση και στη δυνατότητά τους να μετατρέψουν τη διαμαρτυρία σε συγκεκριμένες κοινωνικές κατακτήσεις.
Δεν πρέπει, ωστόσο, να παραγνωρίζεται η σημασία της ίδιας της κινητοποίησης. Οι κοινωνικές αλλαγές σπάνια προέκυψαν χωρίς πίεση από εκείνους που βίωναν τις ανισότητες. Το οκτάωρο, οι συλλογικές συμβάσεις, τα εργασιακά δικαιώματα και η διεύρυνση της πρόσβασης στη δημόσια εκπαίδευση δεν υπήρξαν αυτονόητες παραχωρήσεις. Αποτέλεσαν, σε μεγάλο βαθμό, αποτέλεσμα μακρόχρονων συλλογικών αγώνων.
Αυτό ακριβώς είναι που δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στη σημερινή κινητοποίηση της νεολαίας. Η αμφισβήτηση δεν περιορίζεται πλέον στο ποια κυβέρνηση διαχειρίζεται καλύτερα την οικονομία, αλλά επεκτείνεται στο ποιοι τελικά απολαμβάνουν τα οφέλη της ανάπτυξης και ποιοι επωμίζονται το κόστος της. Και όταν η οικονομική πρόοδος δεν συνοδεύεται από βελτίωση της καθημερινότητας των πολλών, η αμφισβήτηση των πολιτικών και κοινωνικών προτεραιοτήτων αποκτά βαθύτερο περιεχόμενο.
Η Gen Z δεν ζητά να της χαριστεί ένα καλύτερο μέλλον. Διεκδικεί τη δυνατότητα να το χτίσει με τους δικούς της όρους. Και το σημαντικότερο μήνυμα που στέλνουν οι κινητοποιήσεις της δεν είναι απλώς ότι μια νέα γενιά αγανακτεί, αλλά ότι αρχίζει να αμφισβητεί συλλογικά όσα της παρουσιάζονταν επί χρόνια ως αναπόφευκτα. Γιατί όσα κατακτήθηκαν κάποτε στους δρόμους δεν μπορούν να θεωρούνται σήμερα πολυτέλεια — και όσα χάνονται, μπορούν να διεκδικηθούν ξανά.






