BRAINFOOD

Ο G. Rachman διερωτάται: “Υπνοβατούμε προς τον Γ’ Παγκόσμιο Πόλεμο”;

Το ότι ο επικεφαλής των διεθνών αναλύσεων των Financial Times, Gideon Rachman είναι ένας πολύ “γερός” αναλυτής, είναι γνωστό. Και επειδή ταυτόχρονα, ο πολύπειρος δημοσιογράφος διακρίνεται και για το ότι ουδέποτε επεδίωξε με τα γραπτά του τον φθηνό και εύκολο εντυπωσιασμό, ένα άρθρο του υπό τον εύγλωττο τίτλο δίκην ρητορικού ερωτήματος αν “υπνοβατούμε προς τον Γ’ Παγκόσμιο Πόλεμο”, πρέπει, αν μη τι άλλο, να σημάνει συναγερμό.

Το άρθρο του G. Rachman έχει ως εξής:

“Η διεθνής κανονικότητα που διαμορφώθηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο κοντεύει να ανατραπεί. Οι μεγάλες δυνάμεις υιοθετούν όλο και πιο πολύ την αντίληψη ότι η στρατιωτική και οικονομική ισχύς, τούς παρέχει το δικαίωμα να επιβάλλουν τη θέλησή τους σε μικρότερες χώρες, ακόμη και να προσαρτούν εδάφη. Η επιστροφή στη λογική των σφαιρών επιρροής αυξάνει τον κίνδυνο μιας γενικευμένης διεθνούς σύγκρουσης.

Η δεύτερη κυβέρνηση Τραμπ έχει υιοθετήσει ανοιχτά εδαφικές φιλοδοξίες ακόμη και σε βάρος παραδοσιακών συμμάχων των ΗΠΑ. Ο Αμερικανός πρόεδρος διεκδίκησε τη Γροιλανδία, αυτόνομο έδαφος της Δανίας, προκαλώντας τέτοια ανησυχία ώστε οι Δανοί να ναρκοθετήσουν τους βασικούς διαδρόμους προσγείωσης στο νησί, με σκοπό να αποτρέψουν τυχόν εισβολή.

Οι επανειλημμένες δηλώσεις του Τραμπ ότι ο Καναδάς θα μπορούσε να γίνει η 51η Πολιτεία των ΗΠΑ αντιμετωπίζονται από ορισμένους ως προκλήσεις χωρίς πραγματικό περιεχόμενο. Όμως, η κυβέρνηση του Καναδά άλλαξε την εξωτερική και οικονομική πολιτική της, ενώ έχει καταρτίσει ακόμη και σχέδια στρατιωτικής αντίστασης σε περίπτωση αμερικανικής επίθεσης.

Πίσω από αυτές τις κινήσεις βρίσκεται μια συγκεκριμένη αντίληψη για τη διεθνή ειρήνη, την οποία συμμερίζονται, με διαφορετικούς τρόπους, ο Βλ. Πούτιν και ο Σι Τζινπίνγκ. Κάθε μεγάλη δύναμη θα πρέπει να κυριαρχεί στην περιοχή που θεωρεί φυσική σφαίρα επιρροής της. Και οι μικρότερες χώρες, όπως Ουκρανία, Ταϊβάν, Καναδάς ή Κούβα, οφείλουν να αποδέχονται την υπεροχή της περιφερειακής δύναμης.

Εάν οι μεγάλες δυνάμεις αναγνωρίζουν αμοιβαία αυτές τις σφαίρες επιρροής, υποτίθεται ότι μπορεί να διατηρηθεί η παγκόσμια ειρήνη. Η αντίληψη αυτή παρουσιάζει τον κυνικό πολιτικό ρεαλισμό ως αποτελεσματικότερη εγγύηση σταθερότητας από μια διεθνή τάξη βασισμένη σε κανόνες. Ωστόσο, αγνοεί τη βούληση και τα δικαιώματα των μικρότερων κρατών. Η αντίσταση της Ουκρανίας απέναντι στη ρωσική εισβολή αποδεικνύει ότι οι μικρότερες χώρες μπορούν να αντισταθούν στις απαιτήσεις δυνατότερων γειτόνων.

Ακόμη και από τη σκοπιά των μεγάλων δυνάμεων, η διαίρεση του κόσμου σε σφαίρες επιρροής δεν εγγυάται την ειρήνη. Οι ΗΠΑ δύσκολα θα αποδέχονταν την ενσωμάτωση της Ταϊβάν στην Κίνα, όσο το νησί παράγει το 90% των πιο προηγμένων ημιαγωγών παγκοσμίως. Αντίστοιχα, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν πρόκειται να αποδεχθεί την επιστροφή κρατών-μελών, όπως η Πολωνία και η Ρουμανία, στη ρωσική επιρροή.

Η εναλλακτική που διατήρησε σε μεγάλο βαθμό την ειρήνη μετά το 1945 ήταν η στρατιωτική αποτροπή. Με την ίδρυση του ΝΑΤΟ, οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους επιδίωξαν να καταστήσουν σαφές ότι κάθε απόπειρα εδαφικής επέκτασης θα αντιμετωπιζόταν με ενιαία και ισχυρή αντίδραση. Ο φόβος ενός πυρηνικού πολέμου συνέβαλε στην αποτροπή άμεσης σύγκρουσης ΗΠΑ και Σοβιετικής Ένωσης κατά τον Ψυχρό Πόλεμο.

Σήμερα, όμως, ο Τραμπ αμφισβητεί τις αμερικανικές δεσμεύσεις ασφαλείας, χαρακτηρίζοντας κατά καιρούς τους συμμάχους της χώρας του εκμεταλλευτές και δειλούς. Δεν είναι πλέον βέβαιο εάν οι ΗΠΑ θα πολεμούσαν για να υπερασπιστούν τις χώρες της Βαλτικής, την Πολωνία, την Ιαπωνία ή τη Βρετανία.

Η ιστορία δείχνει ότι αυτή ακριβώς η αβεβαιότητα μπορεί να αποδειχθεί καταστροφική. Το 1914, η Γερμανία υποτίμησε την αποφασιστικότητα της Βρετανίας να υπερασπιστεί την ουδετερότητα του Βελγίου. Το 1939, ο Χίτλερ πίστεψε ότι Βρετανία και Γαλλία δεν θα τηρούσαν τις εγγυήσεις τους προς την Πολωνία. Και στις δύο περιπτώσεις, οι λανθασμένοι υπολογισμοί συνέβαλαν στην έκρηξη παγκόσμιου πολέμου.

Σήμερα, ο Σι Τζινπίνγκ καλείται να εκτιμήσει εάν οι αμερικανικές δεσμεύσεις για την Ταϊβάν εξακολουθούν να ισχύουν. Ο Πούτιν πρέπει να υπολογίσει εάν το άρθρο 5 του ΝΑΤΟ, που προβλέπει συλλογική άμυνα των 32 μελών του, παραμένει απαραβίαστο. Από την αξιοπιστία αυτών των δεσμεύσεων μπορεί να εξαρτηθεί η διατήρηση της παγκόσμιας ειρήνης”. 

Κοινοποίηση:

Εγγραφείτε στο Newsletter